
Τάσος Δς
Η πραγμάτωση της ανθρώπινης υπόστασης συναρτάται άρρηκτα με την ανάδυση μιας αυθεντικής αυτοσυνειδησίας, η οποία προϋποθέτει την ενεργή αποδέσμευση από τις κανονιστικές προβολές των εξουσιαστικών δομών και τους εγγενείς ταξινομικούς περιορισμούς των έμφυλων διαχωρισμών.
Στο πεδίο της ερωτικής συνθήκης, η αναγκαιότητα αυτή καθίσταται επιτακτική, καθώς ο έρωτας ιστορικά εργαλειοποιείται ως ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς μηχανισμούς βιοπολιτικής πειθάρχησης και κοινωνικής αναπαραγωγής. Όταν η ερωτική επιθυμία εγκλωβίζεται σε προκατασκευασμένα κοινωνικά επιτάγματα και ετεροκαθοριζόμενες ταυτότητες, η σχέση εκφυλίζεται σε μια αρένα μικρο-εξουσιαστικών ανταγωνισμών, όπου η ύπαρξη μετατρέπεται σε αντικείμενο χρήσης. Αντίθετα, η προσέγγιση του ερωτικού βίου ως μιας «αισθητικής της ύπαρξης» προτάσσει την ανασύνθεση της σχέσης ως πεδίου κοινής υπαρξιακής ελευθερίας, η οποία εδράζεται στη ριζοσπαστική αναγνώριση της ετερότητας του άλλου.
Η αναπαραγωγή των εξουσιαστικών δομών εντός του ερωτικού πεδίου δεν συντελείται αποκλειστικά μέσω θεσμικών καταναγκασμών, αλλά εγγράφεται πρωτίστως στη γλώσσα και τις σημειωτικές πρακτικές που επιστρατεύονται για τον ορισμό της συνύπαρξης. Η κυρίαρχη ερωτική ορολογία χαρακτηρίζεται από έναν έντονα νομικοφανή και ιδιοκτησιακό λόγος, ο οποίος μεταφράζει το συναίσθημα σε όρους συμβολαίου και κατοχής. Εκφράσεις όπως «λογοδοτώ», «δεσμεύομαι» ή «μου ανήκεις» δεν αποτελούν ουδέτερες περιγραφές μιας συναισθηματικής κατάστασης, αλλά επιτελεστικές γλωσσικές πράξεις που θεσπίζουν υποχρεώσεις, οριοθετούν απαγορεύσεις και εγκαθιδρύουν ιεραρχίες.
Αυτή η γλωσσική καθήλωση μετασχηματίζει τη συνύπαρξη σε μια διαδικασία ετερονομιμοποίησης έναντι του κανονιστικού κοινωνικού πανοπτικού βλέμματος. Εντός αυτού του πλαισίου, η ρευστότητα της επιθυμίας εξαναγκάζεται να ταξινομηθεί σε άκαμπτα οντολογικά καλούπια και θεσμοθετημένες κατηγορίες-όπως «σύντροφος», «σύζυγος» ή «σχέση»-προκειμένου να αποκτήσει κοινωνική ορατότητα και έγκυρη υπόσταση. Η αισθητική της ύπαρξης απαιτεί μια ριζική γλωσσική αποδόμηση: το άτομο καλείται να απορρίψει τους προκατασκευασμένους όρους κτητικότητας και να αναπτύξει ένα νέο, ρευστό σημασιολογικό πλαίσιο, όπου η συνύπαρξη δεν ορίζεται από τη νομική εγκυρότητα του συμβολαίου, αλλά από τη δυναμική και διαρκώς ανανεούμενη ροή της επιθυμίας.
Η θεμελιώδης στρέβλωση της συμβατικής ερωτικής συνθήκης εντοπίζεται στην εσωτερικότητα με την οποία το άτομο υιοθετεί τους έμφυλους ρόλους. Η πατριαρχική και θεσμική κανονικότητα επιβάλλει μια ασύμμετρη πολικότητα, όπου η ισχύς, η πρωτοβουλία, η ευπάθεια και η παθητικότητα κατανέμονται με βάση βιολογικές ή κοινωνικά κατασκευασμένες κατηγοριοποιήσεις. Η αισθητική της ύπαρξης αποδομεί αυτή την κανονιστικοποίηση, απαιτώντας την απογύμνωση της ερωτικής πράξης από κάθε είδους προβολές. Η ερωτική συνάντηση παύει να είναι μια επιτελεστική αναπαράσταση έτοιμων κοινωνικών ρόλων και μετατρέπεται σε μια διαδικασία όπου η ετερότητα του άλλου αναγνωρίζεται και γίνεται σεβαστή χωρίς την επιδίωξη αφομοίωσης, κυριαρχίας ή υποταγής της.
Όταν αυτή η ασυμμετρία ισχύος και η κουλτούρα της ιδιοκτησιακής λογικής φτάσουν στο ακραίο τους όριο, η σχέση εκτρέπεται από τον δομικό εγκλωβισμό στην απροκάλυπτη κακοποίηση, η οποία ιστορικά και συστηματικά εγγράφεται με έμφυλο πρόσημο πάνω στο γυναικείο σώμα και ψυχισμό. Η πατριαρχική πραγματοποίηση της γυναίκας ως «κτήματος» ή ως υποδεέστερης οντότητας νομιμοποιεί, εντός του εξουσιαστικού ασυνειδήτου, πρακτικές ελέγχου, ψυχολογικού εξαναγκασμού και σωματικής βίας. Η κακοποίηση δεν αποτελεί μια απλή παθολογία της σχέσης, αλλά την ακραία επιβολή της εξουσίας που επιδιώκει τον πλήρη εκμηδενισμό της αυτοσυνειδησίας του θύματος, μετατρέποντάς το από υποκείμενο σε απόλυτα χειραγωούμενο αντικείμενο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αυθεντική χειραφέτηση της επιθυμίας προϋποθέτει τη...

*Απαραίτητες εξηγήσεις:
1) Στο κείμενο ο συγγραφέας αναφέρεται στην εξουσία (power στα αγγλικά). Η λέξη θα μπορούσε να αποδοθεί και ως δύναμη, ωστόσο, εδώ εννοεί ακριβώς την εξουσία. Όχι όμως την πολιτική εξουσία, αλλά την εξουσία από τα κάτω. Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως από τις αναρχικές κομμουνιστικές οργανώσεις και το ρεύμα especifista στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
2) Επίσης ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη purism, η οποία σημαίνει την αυστηρή, άκαμπτη ή υπερβολική προσήλωση στους παραδοσιακούς κανόνες, την ορθότητα ή την αγνότητα (πουριτανισμός), ιδίως όσον αφορά τη γλώσσα, την τέχνη ή κάποιο σχεδιασμό. Κατά τη γνώμη μας, εδώ...

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η μετάφραση της εργασίας αυτής του Λουίτζι Φάμπρι (Luigi Fabbri) έγινε από την έκδοση των Cienfuegos Press και Soil of Liberty από την Αγγλία και τις ΗΠΑ αντίστοιχα. Η κοινή αυτή έκδοση είχε τον τίτλο «The poverty of statism» («Η φτώχεια του κρατισμού») και περιείχε ένα διάλογο αναρχισμού-μαρξισμού. Τα κείμενα που περιλαμβάνονταν στην έκδοση αυτή ήταν τρία: 1) το κείμενο του Νικολάι Μπουχάριν «Αναρχία και Επιστημονικός Κομμουνισμός» από την μαρξιστική πλευρά και τα κείμενα του Λουίτζι Φάμπρι «Αναρχία και “Επιστημονικός” Κομμουνισμός» -το οποίο και παρουσιάζεται εδώ– και τα κείμενα του Ρούντολφ Ρόκερ «Αναρχισμός και Σοβιετισμός» και «Μαρξ και...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

