malakies

 

Η σχέση μεταξύ αναρχισμού και αριστεράς αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα και ανεπίλυτα ζητήματα της ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας και πρακτικής. Παρότι και τα δύο ρεύματα συγκροτήθηκαν ιστορικά ως απαντήσεις στην καπιταλιστική κυριαρχία, η μεταξύ τους σχέση δεν υπήρξε ποτέ απλώς συμπληρωματική. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από βαθιές θεωρητικές αντιθέσεις, ιστορικές συγκρούσεις και επαναλαμβανόμενες απόπειρες προσωρινής συμμαχίας.

Η παρούσα ανάλυση υποστηρίζει ότι στον ελληνικό αναρχικό χώρο παρατηρείται μια ιδιαίτερη πολιτική τάση την οποία μπορούμε να ονομάσουμε «ιστορική αμνησικακία»: όχι με την έννοια της άγνοιας των ιστορικών συγκρούσεων, αλλά ως τάση υποβάθμισης της πολιτικής τους σημασίας στο παρόν. Αυτή η τάση εκδηλώνεται κυρίως μέσα από τη διαρκή επιλογή συμμετοχής σε κοινά μέτωπα με πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, παρά τις δομικές διαφορές που χωρίζουν τα δύο ρεύματα.

Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι αυτή η πρακτική δεν αποτελεί απλώς τακτική ευελιξία, αλλά ενέχει ένα στρατηγικό πρόβλημα: την αδυναμία συγκρότησης μιας διακριτής ελευθεριακής πολιτικής στρατηγικής. Για να κατανοηθεί το πρόβλημα, είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε από το επίπεδο της πολιτικής θεωρίας. Ο αναρχισμός και η κομματική Αριστερά δεν διαφωνούν απλώς σε ζητήματα τακτικής, αλλά σε θεμελιώδεις αντιλήψεις για τη φύση της εξουσίας.

Ο αναρχισμός, από τον Μιχαήλ Μπακούνιν έως σύγχρονες ελευθεριακές θεωρήσεις, αντιμετωπίζει την κρατική εξουσία ως δομικά καταναγκαστική. Το κράτος δεν θεωρείται ουδέτερο εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, αλλά μηχανισμός που αναπαράγει ιεραρχία, έλεγχο και συγκεντρωτισμό. Κατά συνέπεια, η επαναστατική διαδικασία νοείται ως αποδόμηση αυτών των δομών και όχι ως κατάληψη και ανακατεύθυνσή τους.

Αντίθετα, η μαρξιστική και ιδιαίτερα η λενινιστική παράδοση προσεγγίζει το κράτος ως εργαλείο μετάβασης. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας μέσω ενός οργανωμένου πολιτικού υποκειμένου (κόμματος) θεωρείται αναγκαίο στάδιο για τη μετάβαση σε μια αταξική κοινωνία. Ακόμη και σε πιο σύγχρονες εκδοχές της Αριστεράς, η λογική της πολιτικής οργάνωσης μέσω κεντρικών δομών παραμένει ισχυρή.

Η αντίθεση αυτή δεν είναι δευτερεύουσα. Αφορά το ίδιο το ερώτημα: μπορεί η εξουσία να χρησιμοποιηθεί ως μέσο χειραφέτησης ή αποτελεί εμπόδιο που πρέπει να καταργηθεί εξαρχής; Από αυτή την οπτική, η σχέση αναρχισμού και αριστεράς δεν είναι απλώς ιστορικά δύσκολη. Είναι δομικά αντιφατική. Η θεωρητική αυτή αντίθεση επιβεβαιώνεται ιστορικά σε κρίσιμες στιγμές επαναστατικής ρήξης.

Στη Ρωσική Επανάσταση, η αρχική συμμαχία διαφορετικών επαναστατικών ρευμάτων σύντομα μετατράπηκε σε σύγκρουση για τον έλεγχο της επαναστατικής διαδικασίας. Οι αναρχικές οργανώσεις, που είχαν συμβάλει στην αποσταθεροποίηση του τσαρικού καθεστώτος, βρέθηκαν σταδιακά περιθωριοποιημένες ή κατασταλμένες από το νέο σοβιετικό κράτος. Το ζήτημα δεν ήταν απλώς πολιτική διαφωνία, αλλά σύγκρουση για τη μορφή της επαναστατικής εξουσίας.

Αντίστοιχα, στην Ισπανική Επανάσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο, η συνεργασία αναρχικών και κομμουνιστών ενάντια στον φασισμό συνυπήρξε με βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις. Η αντιπαράθεση για τον έλεγχο των επαναστατικών δομών, των πολιτοφυλακών και των παραγωγικών μονάδων ανέδειξε εκ νέου το θεμελιώδες ερώτημα: αυτοοργάνωση ή κεντρικός έλεγχος. Αυτές οι εμπειρίες έχουν ενσωματωθεί στη συλλογική μνήμη του αναρχικού κινήματος ως ιστορικά παραδείγματα των ορίων της συνεργασίας με κομματικές μορφές εξουσίας.

Στην ελληνική περίπτωση, η μεταπολιτευτική συγκρότηση του αναρχικού χώρου πραγματοποιήθηκε σε ένα πολιτικό περιβάλλον έντονης κινηματικής δραστηριότητας και ισχυρής παρουσίας της Αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο χώροι βρέθηκαν συχνά σε κοινές πρακτικές δράσεις. Από τα φοιτητικά κινήματα της μεταπολίτευσης μέχρι τις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις των τελευταίων δεκαετιών, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η συνύπαρξη αναρχικών και αριστερών οργανώσεων υπήρξε συχνή και σε πολλές περιπτώσεις αναγκαία για την κλιμάκωση της κινηματικής έντασης.

Kορυφαία στιγμή αυτής της δυναμικής υπήρξε ο κοινωνικός αναβρασμός του 2008, όπου διαφορετικά ρεύματα ριζοσπαστικής πολιτικής βρέθηκαν στο ίδιο πεδίο σύγκρουσης με το κράτος. Αργότερα, κατά την περίοδο των μνημονίων, οι κοινές κινητοποιήσεις εναντίον των πολιτικών λιτότητας ενίσχυσαν περαιτέρω αυτή τη συνύπαρξη. Ωστόσο, η συνύπαρξη αυτή δεν συνοδεύτηκε από θεωρητική σύγκλιση. Αντιθέτως, η πρακτική συνεργασία συχνά υπερίσχυσε της στρατηγικής αποσαφήνισης.

Η κύρια ιδεολογική βάση αυτής της συνεργασίας είναι η αρχή της «ενότητας των αγώνων». Σύμφωνα με αυτή, οι κοινωνικές αντιθέσεις —εργασία, καταστολή, φασισμός, λιτότητα— υπερβαίνουν τις ιδεολογικές διαφορές των επιμέρους ρευμάτων της αριστεράς και του αναρχισμού. Η λογική αυτή λειτουργεί ως βολικό εργαλείο κινηματικής σύμπλευσης. Ωστόσο, παράγει μια σημαντική παρενέργεια: μετατρέπει τις ιδεολογικές διαφορές σε δευτερεύον ζήτημα, το οποίο τίθεται σε αναστολή στο όνομα της κοινής δράσης.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η βάση της έννοιας της «ιστορικής αμνησικακίας». Η ιστορική εμπειρία δεν εξαφανίζεται, αλλά αποπολιτικοποιείται. Δεν λειτουργεί πλέον ως κριτήριο στρατηγικής επιλογής, αλλά ως υπόβαθρο που δεν επηρεάζει ουσιαστικά τη συγκρότηση συμμαχιών. Η διαρκής επανεμφάνιση κοινών μετώπων μεταξύ αναρχικού χώρου και αριστεράς στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με ιδεολογικούς όρους. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κοινωνικοί και οργανωτικοί μηχανισμοί που παράγουν και αναπαράγουν αυτή τη συνύπαρξη.

Πρώτον, υπάρχει μια κοινή κινηματική κοινωνικοποίηση. Πολλά άτομα και από τους δύο χώρους συγκροτούν την πολιτική τους ταυτότητα μέσα από τα ίδια γεγονότα, τις ίδιες πορείες, τις ίδιες συγκρούσεις με το κράτος. Αυτό δημιουργεί ένα πεδίο πρακτικής εγγύτητας, όπου η πολιτική διαφορά υποχωρεί μπροστά στη βιωμένη κοινή εμπειρία.

Δεύτερον, υπάρχει μια χωρική και οργανωτική συνύπαρξη. Κατειλημμένοι χώροι, φοιτητικές δομές, στέκια και κοινωνικά κέντρα λειτουργούν συχνά ως κοινά σημεία αναφοράς. Αυτές οι δομές δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερες· παράγουν ένα περιβάλλον στο οποίο η συνεργασία εμφανίζεται ως φυσική κατάσταση και όχι ως στρατηγική επιλογή.

Τρίτον, υπάρχει η κυριαρχία μιας πολιτικής κουλτούρας ενότητας. Στο ελληνικό κινηματικό περιβάλλον, η διάσπαση συχνά αντιμετωπίζεται ως αδυναμία, ενώ η ενότητα ως αυτονόητο αγαθό. Αυτή η αντίληψη λειτουργεί ως άτυπη ηγεμονία που περιορίζει την κριτική απέναντι στις στρατηγικές συμμαχίες.

Τέταρτον, η έλλειψη ενός σταθερού και μακροπρόθεσμου αναρχικού οργανωτικού υποκειμένου ενισχύει την τάση προς συγκυριακές συμμαχίες. Η απουσία συγκεντρωτικής δομής στον αναρχικό χώρο δημιουργεί ευελιξία, αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύει τη συγκρότηση ανεξάρτητης στρατηγικής.

Το κρίσιμο σημείο της ανάλυσης δεν είναι η ύπαρξη συνεργασιών καθαυτών, αλλά η χρονική τους σταθεροποίηση. Όταν η συνεργασία παύει να είναι συγκυριακή και γίνεται επαναλαμβανόμενη πρακτική, τότε μετατρέπεται σε άτυπο στρατηγικό πλαίσιο. Σε αυτό το σημείο, η σχέση μεταξύ αναρχικού χώρου και αριστεράς μπορεί να περιγραφεί όχι ως ισότιμη σύμπλευση, αλλά ως σχέση όπου η μία πλευρά διαθέτει μεγαλύτερη οργανωτική συνοχή και στρατηγική συνέχεια. Η κομματική ή ημι-κομματική αριστερά, ακόμη και στις πιο ρευστές εκδοχές της, διαθέτει συνήθως:
-πιο σταθερές δομές λήψης αποφάσεων
-συνεκτικότερη πολιτική γραμμή
-δυνατότητα παρέμβασης σε θεσμικά επίπεδα

Αντίθετα, ο αναρχικός χώρος λειτουργεί συχνά με πιο αποκεντρωμένες και ευμετάβλητες μορφές οργάνωσης. Αυτό δεν αποτελεί αδυναμία από μόνο του, αλλά σε συνθήκες μόνιμης συνεργασίας μπορεί να οδηγήσει σε ασυμμετρία επιρροής. Το αποτέλεσμα είναι ότι, στα κοινά μέτωπα, η αριστερή πολιτική λογική τείνει να λειτουργεί ως το πιο συνεκτικό πλαίσιο αναφοράς, ενώ ο αναρχικός λόγος συχνά ενσωματώνεται σε αυτό χωρίς να καθορίζει τον συνολικό προσανατολισμό.

Αυτή η ανάλυση της συνεργασίας δεν μπορεί να αποφύγει την έννοια της ηγεμονίας, όπως έχει διατυπωθεί στη θεωρία της πολιτικής οργάνωσης. Ηγεμονία δεν σημαίνει απλώς κυριαρχία, αλλά ικανότητα ενός πολιτικού πλαισίου να ορίζει τα όρια του «εφικτού» και του «νοήματος» μέσα σε ένα πεδίο αγώνα. Στα κοινά μέτωπα, η ηγεμονία δεν εκφράζεται απαραίτητα θεσμικά, αλλά πολιτισμικά και οργανωτικά.

Στην ελληνική περίπτωση, η αριστερή πολιτική παράδοση συχνά διαθέτει ισχυρότερη ικανότητα να μεταφράζει τα αιτήματα των κινημάτων σε συνεκτικό πολιτικό λόγο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αναρχικός χώρος δεν επηρεάζει τις εξελίξεις, αλλά ότι η συμβολή του τείνει να παραμένει αποσπασματική σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής κατεύθυνσης. Έτσι, η συνεχής σύμπλευση ενδέχεται να παράγει μια μορφή σιωπηρής κανονικοποίησης της αριστερής στρατηγικής λογικής, ακόμη και όταν το περιεχόμενο των κινημάτων είναι ελευθεριακό ή αντικρατικό.

Σε αυτό το σημείο μπορεί να αποσαφηνιστεί πληρέστερα η έννοια που βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσης. Η «ιστορική αμνησικακία» δεν σημαίνει λήθη, ούτε άρνηση της ιστορίας. Σημαίνει μια συγκεκριμένη λειτουργία: την αναστολή της πολιτικής συνέπειας της ιστορικής εμπειρίας. Με άλλα λόγια, οι ιστορικές συγκρούσεις αναγνωρίζονται ως γεγονότα, αλλά δεν λειτουργούν ως δεσμευτικά κριτήρια για το παρόν. Η ανάγκη της συγκυρίας υπερισχύει της ιστορικής συνέπειας.

Αυτό οδηγεί σε μια παράδοξη κατάσταση: ενώ ο αναρχικός χώρος διαθέτει πλούσια ιστορική κριτική απέναντι στον κρατικό σοσιαλισμό και την κομματική λογική, αυτή η κριτική δεν μετατρέπεται πάντα σε σταθερό στρατηγικό όριο στις πρακτικές συμμαχίες. Η κεντρική θέση της παρούσας ανάλυσης είναι ότι η διαρκής συνεργασία παράγει ένα στρατηγικό αδιέξοδο για τον αναρχικό χώρο. Το αδιέξοδο αυτό δεν είναι στιγμιαίο, αλλά δομικό και επαναλαμβανόμενο. Εκδηλώνεται ως εξής:

α) Αδυναμία αυτόνομης στρατηγικής: Η συνεχής ένταξη σε ευρύτερα μέτωπα περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης μακροπρόθεσμου ελευθεριακού σχεδίου πέρα από τις συγκυρίες.

β) Ενσωμάτωση σε ετερογενείς πολιτικές λογικές: Ο αναρχικός λόγος συχνά προσαρμόζεται στις ανάγκες ενός ευρύτερου αριστερού πλαισίου, στο οποίο δεν έχει τον πλήρη έλεγχο των στρατηγικών επιλογών.

γ) Αναπαραγωγή της εξάρτησης από την εκάστοτε συγκυρία: Χωρίς ανεξάρτητη στρατηγική, η πολιτική δράση καθορίζεται από τις ανάγκες του κάθε κοινού μετώπου.

Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση όπου η αναρχική πολιτική ταυτότητα διατηρείται στο επίπεδο της θεωρίας και της αισθητικής, αλλά δυσκολεύεται να αποκτήσει πλήρη στρατηγική αυτοτέλεια.

Η ανάλυση αυτή δεν αρνείται τη σημασία της κοινής δράσης. Σε πολλές ιστορικές στιγμές, οι κοινές κινητοποιήσεις υπήρξαν κρίσιμες για την κοινωνική αντίσταση απέναντι σε κρατικές ή οικονομικές επιθέσεις. Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει συνεργασία, αλλά υπό ποιους όρους και με ποιο στρατηγικό όριο.

Η έννοια της ιστορικής αμνησικακίας επιχειρεί να περιγράψει μια τάση όπου η συνεργασία παύει να είναι εργαλειακή και μετατρέπεται σε σχεδόν μόνιμη πολιτική συνθήκη. Σε αυτή την περίπτωση, η ιστορική εμπειρία χάνει τον ρυθμιστικό της ρόλο και η στρατηγική αυτονομία αποδυναμώνεται. Τελικά «Είμαστε όλοι “σύντροφοι”;»

Η έννοια του «συντρόφου» στο ριζοσπαστικό πολιτικό λεξιλόγιο λειτουργεί ως ένδειξη κοινής αναφοράς, κοινής εχθρότητας προς την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και, σε κάποιο βαθμό, κοινής στρατηγικής κατεύθυνσης. Ωστόσο, στον ελληνικό κινηματικό χώρο, η χρήση της λέξης έχει συχνά επεκταθεί πέρα από τα όρια της πραγματικής πολιτικής σύγκλισης.

Η φράση «είμαστε όλοι σύντροφοι» έχει μετατραπεί, σε πολλές περιπτώσεις, από πολιτική δήλωση σε σχεδόν ηθικό αξίωμα: μια προτροπή ενότητας που προηγείται της ανάλυσης των διαφορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του συντρόφου αποσυνδέεται από τη στρατηγική συμφωνία και επανασυνδέεται με μια γενική ταύτιση στο επίπεδο της αντίθεσης προς το κράτος ή τον καπιταλισμό.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: όσο διευρύνεται ο κύκλος των «συντρόφων», τόσο αποδυναμώνεται το περιεχόμενο της πολιτικής συγγένειας που ο όρος υποτίθεται ότι εκφράζει. Η επιμονή στη ρητορική της ενότητας συχνά υποκαθιστά την ανάγκη για σαφή πολιτική ανάλυση των διαφορών. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «σύντροφος» δεν περιγράφει πλέον μια σχέση στρατηγικής συμφωνίας, αλλά μια γενική ένταξη σε έναν ευρύτερο χώρο «αντίστασης».

Έτσι, δημιουργείται μια κατάσταση όπου: πολιτικές οργανώσεις με διαφορετικές αντιλήψεις για την εξουσία, ιστορικά διαφορετικές παραδόσεις (αναρχικές ή κομματικές), και ετερογενείς στρατηγικές προσεγγίσεις συγκροτούν ένα ενιαίο ρητορικό πεδίο «αγώνα». Αυτό το πεδίο όμως δεν αίρει τις αντιφάσεις· απλώς τις αναστέλλει. Η συνεχής χρήση γενικών όρων όπως «κινήματα», «αγώνας», «αντίσταση» και «σύντροφοι» παράγει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί πολιτική αοριστολογία: μια γλώσσα που επιτρέπει τη συνύπαρξη διαφορετικών στρατηγικών χωρίς να απαιτεί την αποσαφήνισή τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφωνία δεν εξαφανίζεται, αλλά μετατίθεται διαρκώς στο μέλλον ή υποβαθμίζεται ως δευτερεύουσα. Η πρακτική ενότητα προηγείται της θεωρητικής συνέπειας. Αυτό όμως δημιουργεί ένα διαρκές πρόβλημα: όταν οι κρίσιμες πολιτικές επιλογές εμφανιστούν (οργάνωση, στρατηγική στόχευση, σχέση με θεσμούς ή βία), οι υποκείμενες διαφορές επανέρχονται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς δεν έχουν ποτέ επεξεργαστεί ουσιαστικά. Στο σημείο αυτό εισέρχεται η έννοια της «ατελέσφορης επιμονής» και αναφέρεται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία: στη συνεχή επανάληψη της προσπάθειας συγκρότησης ενότητας χωρίς να έχουν επιλυθεί οι δομικές αντιφάσεις που τη διαπερνούν.

Η ενότητα αυτή δεν είναι τυχαία ούτε προσχηματική. Αντίθετα, αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας μεγάλου μέρους του ελληνικού κινηματικού πεδίου. Ωστόσο, η επαναληπτικότητά της δείχνει ότι δεν οδηγεί σε σταθερή στρατηγική σύγκλιση. Αντίθετα επαναλαμβάνεται ως η μέρα της μαρμότας. Κάθε νέα περίοδος κοινωνικής έντασης —από την οικονομική κρίση έως τις συγκρούσεις γύρω από την κρατική καταστολή— αναζωπυρώνει την ίδια λογική: την ανάγκη κοινής δράσης «παρά τις διαφορές». Όμως οι διαφορές δεν εξαφανίζονται. Αναπαράγονται. Η συνεχής αναπαραγωγή ευρύτατων πολιτικών συμμαχιών έχει συγκεκριμένες στρατηγικές συνέπειες.

Πρώτον, δημιουργεί ένα πεδίο όπου η πολιτική ταυτότητα καθορίζεται περισσότερο από την εκάστοτε σύγκρουση παρά από σταθερές αρχές. Αυτό οδηγεί σε μια μορφή συγκυριακής πολιτικής ταυτότητας.

Δεύτερον, δυσκολεύει τη συγκρότηση διακριτών στρατηγικών σχεδίων. Όταν η πολιτική δράση εντάσσεται διαρκώς σε ευρύτερα μέτωπα, η ανάπτυξη ανεξάρτητης στρατηγικής υποδομής καθίσταται δευτερεύουσα.

Τρίτον, ενισχύει την τάση αναπαραγωγής της πολιτικής ετερονομίας: οι στρατηγικές επιλογές δεν καθορίζονται αποκλειστικά από εσωτερικά κριτήρια, αλλά από τη δυναμική του ευρύτερου συσχετισμού δυνάμεων.

Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει συνεργασία. Σε ένα πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων, η απομόνωση είναι συχνά πολιτικά μη ρεαλιστική. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί να υπάρξει συνεργασία χωρίς στρατηγικά όρια;

Ένας αναρχισμός που αποδέχεται αδιακρίτως τη ρητορική της ενότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτική πρακτική χωρίς σαφές στρατηγικό περίγραμμα. Αντίθετα, ένας αναρχισμός που θέτει σαφή όρια δεν απορρίπτει την κοινή δράση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά την εντάσσει σε συγκεκριμένο πλαίσιο αρχών. Η ένταση αυτή παραμένει άλυτη στον ελληνικό χώρο, και η «ατελέσφορη επιμονή» της ενότητας αποτελεί έκφρασή της. Η φράση «είμαστε όλοι σύντροφοι» λειτουργεί συχνά ως πολιτικό αξίωμα που προηγείται της ανάλυσης. Όμως, όταν χρησιμοποιείται χωρίς διάκριση, παύει να περιγράφει μια πραγματική σχέση και μετατρέπεται σε εργαλείο εξομάλυνσης αντιφάσεων.

Η παρούσα ανάλυση υποστηρίζει ότι αυτή η πρακτική οδηγεί σε μια κατάσταση όπου η ενότητα γίνεται αυτοσκοπός και όχι αποτέλεσμα στρατηγικής σύγκλισης. Η συνέπεια είναι μια διαρκής αναπαραγωγή συνεργασιών που δεν καταλήγουν σε σταθερή πολιτική σύνθεση. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι η απόρριψη της συνεργασίας, αλλά η υπέρβαση της αυτονόητης ενότητάς της. Χωρίς αυτή την κριτική απόσταση, η πολιτική πράξη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν κύκλο επαναλαμβανόμενων συμμαχιών που δεν οδηγούν σε στρατηγική ωρίμανση, αλλά σε μόνιμη αναπαραγωγή του ίδιου προβλήματος.

Ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα που ενεργοποιούν τη συνεργασία μεταξύ αναρχικού χώρου και Αριστεράς είναι η επίκληση του «κοινού εχθρού». Το κράτος, ο καπιταλισμός, ο φασισμός και οι μηχανισμοί καταστολής συγκροτούν ένα ευρύ πεδίο αντιπαράθεσης στο οποίο οι επιμέρους ιδεολογικές διαφορές θεωρούνται δευτερεύουσες.

Η λογική είναι απλή: ανεξάρτητα από τις στρατηγικές αποκλίσεις, οι δύο χώροι βρίσκονται στην ίδια πλευρά απέναντι σε μια ισχυρή δομή εξουσίας. Από αυτή την άποψη, η ενότητα δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Ωστόσο, η απλότητα αυτής της λογικής αποκρύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: το γεγονός ότι δύο πολιτικά ρεύματα αντιτίθενται στον ίδιο εχθρό συνεπάγεται ότι έχουν και κοινές επιδιώξεις;

Η πολιτική σύγκρουση δεν καθορίζεται μόνο από το «εναντίον ποιου» αλλά και από το «προς τα πού». Δύο υποκείμενα μπορούν να συγκρούονται με τον ίδιο αντίπαλο, χωρίς όμως να μοιράζονται την ίδια αντίληψη για το τι θα ακολουθήσει μετά. Στην περίπτωση του αναρχισμού και της αριστεράς, η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Ο αναρχισμός δεν στοχεύει απλώς στην ανατροπή της υπάρχουσας τάξης, αλλά στη διάλυση κάθε μορφής συγκεντρωτικής εξουσίας και στην αντικατάστασή της από οριζόντιες δομές αυτοοργάνωσης. Η κομματική αριστερά, αντίθετα, ιστορικά στοχεύει στη συγκρότηση ενός μεταβατικού πολιτικού υποκειμένου που θα διαχειριστεί τη διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, συχνά μέσω κρατικών ή ημι-κρατικών μορφών. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν ο «εχθρός» είναι κοινός, η μετα-επαναστατική κατεύθυνση δεν είναι.

Η έννοια του κοινού εχθρού λειτουργεί ως σημείο σύγκλισης, όχι ως πλήρης πολιτική ταύτιση. Είναι μια αρνητική ενότητα: ορίζεται από αυτό που απορρίπτεται, όχι από αυτό που επιδιώκεται. Αυτή η μορφή ενότητας έχει συγκεκριμένα όρια διότι δεν καθορίζει τον τρόπο οργάνωσης μετά τη σύγκρουση, καθώς και τη στρατηγική μετάβασης. Επομένως, η ενότητα αυτή είναι κατ’ ανάγκη προσωρινή και συγκυριακή. Όταν όμως αντιμετωπίζεται ως διαρκές πολιτικό θεμέλιο, τότε αποκρύπτει τις ουσιαστικές στρατηγικές αποκλίσεις.

Η ένταση μεταξύ “αρνητικής ενότητας” και “θετικής στρατηγικής” καταδεικνύει ότι η πολιτική θεωρία μπορεί να διακρίνει δύο επίπεδα: 1. Αρνητική ενότητα: κοινή αντίθεση σε έναν εχθρό.
2. Θετική στρατηγική: κοινό σχέδιο για το τι έρχεται μετά. Η ελληνική κινηματική εμπειρία δείχνει ότι η πρώτη συχνά υπερισχύει της δεύτερης. Αυτό παράγει μια κατάσταση όπου η συνεργασία είναι εύκολη στο επίπεδο της σύγκρουσης, αλλά δύσκολη στο επίπεδο της στρατηγικής σύνθεσης. Έτσι, η ενότητα εμφανίζεται ισχυρή στις στιγμές κρίσης, αλλά αποσυντίθεται όταν τίθεται το ζήτημα της πολιτικής κατεύθυνσης.

Το κρίσιμο σημείο της παρούσας ανάλυσης είναι ότι οι δύο χώροι δεν έχουν απλώς διαφορετικές μεθόδους, αλλά βασικές διαφορετικές επιδιώξεις. Ακόμη και όταν συμφωνούν στην αντίθεση προς το κράτος ή τον καπιταλισμό, διαφέρουν ως προς:
-τον ρόλο της οργάνωσης
-τη σχέση με την εξουσία
-τη φύση της κοινωνικής μετάβασης
-το αν απαιτείται συγκεντρωτικός συντονισμός ή οριζόντια διάχυση

Αυτές οι διαφορές ουσιαστικά θα έπρεπε να αναιρούν την πιθανότητα ομογενοποιημένης κοινής δράσης, και να περιορίζουν τη δυνατότητα στρατηγικής ταύτισης. Ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα στις πολιτικές συμμαχίες είναι η τάση να μετατρέπεται η αρνητική ενότητα σε θετική υπόθεση. Όταν η συνεργασία βασίζεται κυρίως στον κοινό εχθρό, υπάρχει πίεση να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπάρχει και κοινή θετική προοπτική. Αυτό όμως συχνά οδηγεί σε θεωρητικές ασάφειες ή σε τεχνητές γεφυρώσεις. Ως συνέπεια τούτου επέρχεται η υποχώρηση της κριτικής ακρίβειας: οι διαφορές δεν αντιμετωπίζονται ως δομικές, αλλά ως δευτερεύουσες ή μελλοντικά επιλύσιμες. Πράγμα που δεν ισχύει, διότι κράτος και ελευθερία είναι έννοιες ασύμβατες.

Όταν η πολιτική συνεργασία βασίζεται κυρίως στον κοινό εχθρό, δημιουργείται μια στρατηγική παγίδα: Την επανάληψη αυτής της διαδικασίας σταθεροποιεί μια εξαρτησιακή σχέση πολιτικής συνύπαρξης. Εξού και ο οργανωμένος αναρχικός χώρος να μοιάζει ουρά της αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του κοινού εχθρού δεν λειτουργεί πλέον ως εργαλείο ανάλυσης, αλλά ως μηχανισμός διαρκούς πολιτικής σύμπλευσης.

Ακόμη και αν υποτεθεί πλήρης συμφωνία απέναντι στον καπιταλισμό ή στο κράτος, παραμένει το ερώτημα: ποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης θα τον αντικαταστήσει; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα διαφοροποιεί ριζικά τον αναρχισμό από την κομματική Αριστερά. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κοινός εχθρός — αυτό συχνά είναι δεδομένο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ύπαρξη κοινού εχθρού αρκεί για να θεμελιώσει κοινή πολιτική προοπτική. Η απάντηση που προκύπτει από την ανάλυση είναι αρνητική: οι κοινές αντιπαραθέσεις δεν αναιρούν τις διαφορετικές επιδιώξεις. Και χωρίς σύγκλιση επιδιώξεων, η συνεργασία παραμένει αναγκαστικά προσωρινή, συγκυριακή και στρατηγικά ασταθής.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το ζήτημα δεν αφορά το παρελθόν αλλά το παρόν και τη δυνατότητα του αναρχικού χώρου να συγκροτήσει μια συνεκτική, αυτόνομη πολιτική στρατηγική χωρίς να απορροφάται από ευρύτερες αριστερές λογικές. Το αν αυτό είναι εφικτό ή επιθυμητό παραμένει αντικείμενο ανοιχτής πολιτικής διαμάχης.

Αργύρης Αργυριάδης

Ο ήλιος της Αναρχίας ανέτειλε - εξώφυλλο βιβλίου

Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ

 


Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019

 

Στο SBS Greek στις 18/07/2019

Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

 

Απόπειρες αναρχικής οργάνωσης στη δεκαετία του 1980 - εξώφυλλο βιβλίου

Ελευθεριακοί και ριζοσπάστες της διασποράς - εξώφυλλο βιβλίου

email

ιστορία αναρχικού κινήματος αναρχικό κίνημα κοινωνικοί αγώνες ιστορία εργατική τάξη επαναστατικό κίνημα Ισπανία, Ελλάδα Ρωσία κοινωνικά κινήματα αναρχική-θεωρία Γαλλία αναρχισμός αναρχοσυνδικαλισμός ζητήματα τέχνης αριστερά εργατικό κίνημα anarchism Ιταλία φεμινισμός κομμουνισμός Αυστραλία ΗΠΑ, Ρωσία, ελευθεριακή εκπαίδευση αντιφασισμός history κοινωνία επαναστατική θεωρία εθνικά ζητήματα διεθνισμός αναρχοσυνδικαλιστές λογοτεχνία μελλοντική κοινωνία ποίηση συνδικαλισμός radicalism αγροτικά κινήματα αναρχικός κομμουνισμός αστικός τύπος Πάτρα Greece πολιτειακό κριτική Μεξικό περιβάλλον καταστολή Βουλγαρία φεντεραλισμός ένοπλη δράση Διασπορά working class εξεγερμένοι διανοούμενοι γεωγραφία syndicalism εξεγέρσεις αγροτικές εξεγέρσεις communism Κούβα communist-party κινητοποιήσεις θέατρο σοσιαλισμός χρονογράφημα Γκόλντμαν βιβλίο Παρισινή Κομμούνα νεκρολογία Άγις Στίνας Αίγυπτος αναρχικοί Πρωτομαγιά σοσιαλιστές φοιτητικό κίνημα αγροτικό ζήτημα Italy Θεσσαλονίκη "\u0395\u03c0\u03af \u03c4\u03b1 \u03a0\u03c1\u03cc\u03c3\u03c9" ευημερία κοινοκτημοσύνη ατομικισμός utopianism Κροπότκιν ένωση τροτσκισμός θρησκεία ληστές Κύπρος μηδενισμός Αθήνα εκλογική δράση Egypt Πύργος Ηλείας Γαριβαλδινοί ρουμανία Ουκρανία πρώην οπλαρχηγοί προκηρύξεις αρχαίο-πνεύμα ρομαντισμός