
Η σχέση μεταξύ αναρχισμού και αριστεράς αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα και ανεπίλυτα ζητήματα της ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας και πρακτικής. Παρότι και τα δύο ρεύματα συγκροτήθηκαν ιστορικά ως απαντήσεις στην καπιταλιστική κυριαρχία, η μεταξύ τους σχέση δεν υπήρξε ποτέ απλώς συμπληρωματική. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από βαθιές θεωρητικές αντιθέσεις, ιστορικές συγκρούσεις και επαναλαμβανόμενες απόπειρες προσωρινής συμμαχίας.
Η παρούσα ανάλυση υποστηρίζει ότι στον ελληνικό αναρχικό χώρο παρατηρείται μια ιδιαίτερη πολιτική τάση την οποία μπορούμε να ονομάσουμε «ιστορική αμνησικακία»: όχι με την έννοια της άγνοιας των ιστορικών συγκρούσεων, αλλά ως τάση υποβάθμισης της πολιτικής τους σημασίας στο παρόν. Αυτή η τάση εκδηλώνεται κυρίως μέσα από τη διαρκή επιλογή συμμετοχής σε κοινά μέτωπα με πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς, παρά τις δομικές διαφορές που χωρίζουν τα δύο ρεύματα.
Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι αυτή η πρακτική δεν αποτελεί απλώς τακτική ευελιξία, αλλά ενέχει ένα στρατηγικό πρόβλημα: την αδυναμία συγκρότησης μιας διακριτής ελευθεριακής πολιτικής στρατηγικής. Για να κατανοηθεί το πρόβλημα, είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε από το επίπεδο της πολιτικής θεωρίας. Ο αναρχισμός και η κομματική Αριστερά δεν διαφωνούν απλώς σε ζητήματα τακτικής, αλλά σε θεμελιώδεις αντιλήψεις για τη φύση της εξουσίας.
Ο αναρχισμός, από τον Μιχαήλ Μπακούνιν έως σύγχρονες ελευθεριακές θεωρήσεις, αντιμετωπίζει την κρατική εξουσία ως δομικά καταναγκαστική. Το κράτος δεν θεωρείται ουδέτερο εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, αλλά μηχανισμός που αναπαράγει ιεραρχία, έλεγχο και συγκεντρωτισμό. Κατά συνέπεια, η επαναστατική διαδικασία νοείται ως αποδόμηση αυτών των δομών και όχι ως κατάληψη και ανακατεύθυνσή τους.
Αντίθετα, η μαρξιστική και ιδιαίτερα η λενινιστική παράδοση προσεγγίζει το κράτος ως εργαλείο μετάβασης. Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας μέσω ενός οργανωμένου πολιτικού υποκειμένου (κόμματος) θεωρείται αναγκαίο στάδιο για τη μετάβαση σε μια αταξική κοινωνία. Ακόμη και σε πιο σύγχρονες εκδοχές της Αριστεράς, η λογική της πολιτικής οργάνωσης μέσω κεντρικών δομών παραμένει ισχυρή.
Η αντίθεση αυτή δεν είναι δευτερεύουσα. Αφορά το ίδιο το ερώτημα: μπορεί η εξουσία να χρησιμοποιηθεί ως μέσο χειραφέτησης ή αποτελεί εμπόδιο που πρέπει να καταργηθεί εξαρχής; Από αυτή την οπτική, η σχέση αναρχισμού και αριστεράς δεν είναι απλώς ιστορικά δύσκολη. Είναι δομικά αντιφατική. Η θεωρητική αυτή αντίθεση επιβεβαιώνεται ιστορικά σε κρίσιμες στιγμές επαναστατικής ρήξης.
Στη Ρωσική Επανάσταση, η αρχική συμμαχία διαφορετικών επαναστατικών ρευμάτων σύντομα μετατράπηκε σε σύγκρουση για τον έλεγχο της επαναστατικής διαδικασίας. Οι αναρχικές οργανώσεις, που είχαν συμβάλει στην αποσταθεροποίηση του τσαρικού καθεστώτος, βρέθηκαν σταδιακά περιθωριοποιημένες ή κατασταλμένες από το νέο σοβιετικό κράτος. Το ζήτημα δεν ήταν απλώς πολιτική διαφωνία, αλλά σύγκρουση για τη μορφή της επαναστατικής εξουσίας.
Αντίστοιχα, στην Ισπανική Επανάσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο, η συνεργασία αναρχικών και κομμουνιστών ενάντια στον φασισμό συνυπήρξε με βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις. Η αντιπαράθεση για τον έλεγχο των επαναστατικών δομών, των πολιτοφυλακών και των παραγωγικών μονάδων ανέδειξε εκ νέου το θεμελιώδες ερώτημα: αυτοοργάνωση ή κεντρικός έλεγχος. Αυτές οι εμπειρίες έχουν ενσωματωθεί στη συλλογική μνήμη του αναρχικού κινήματος ως ιστορικά παραδείγματα των ορίων της συνεργασίας με κομματικές μορφές εξουσίας.
Στην ελληνική περίπτωση, η μεταπολιτευτική συγκρότηση του αναρχικού χώρου πραγματοποιήθηκε σε ένα πολιτικό περιβάλλον έντονης κινηματικής δραστηριότητας και ισχυρής παρουσίας της Αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο, οι...

To παρόν κείμενο αποτελεί μέρος του βιβλίου “Η βούληση του λαού – Δημοκρατία και Αναρχία” του Eduardo Colombo, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες. Ο αυθεντικός τίτλος του κειμένου είναι “Η ψήφος και η καθολική ψηφοφορία”.
Η ψήφος και η καθολική ψηφοφορία
«Οι αναρχικοί δεν ψηφίζουν!» Ακούμε αρκετά συχνά αυτή τη διαβεβαίωση. Είναι αλήθεια;
Η ψήφος
Ας δούμε αρχικά τι θα πει ψηφίζω. 1. Η ψήφος είναι μια διαδικασία που επιτρέπει την έκφραση μιας γνώμης ή μιας βούλησης. Στη λατινική ετυμολογία, votum είναι η μετοχή αορίστου του ρήματος vovere: επικαλούμαι (Λιτρέ), κάνω ευχή, δίνω ή αρνούμαι την ευχή...

*Απαραίτητες εξηγήσεις:
1) Στο κείμενο ο συγγραφέας αναφέρεται στην εξουσία (power στα αγγλικά). Η λέξη θα μπορούσε να αποδοθεί και ως δύναμη, ωστόσο, εδώ εννοεί ακριβώς την εξουσία. Όχι όμως την πολιτική εξουσία, αλλά την εξουσία από τα κάτω. Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως από τις αναρχικές κομμουνιστικές οργανώσεις και το ρεύμα especifista στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.
2) Επίσης ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη purism, η οποία σημαίνει την αυστηρή, άκαμπτη ή υπερβολική προσήλωση στους παραδοσιακούς κανόνες, την ορθότητα ή την αγνότητα (πουριτανισμός), ιδίως όσον αφορά τη γλώσσα, την τέχνη ή κάποιο σχεδιασμό. Κατά τη γνώμη μας, εδώ...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

