
H αναρχία (τόσo η lifestyle όσο και αυτή του αριστερού «ταξικού» προσανατολισμού) αποτελεί ένα μόνιμο εμπόδιο για τον σύγχρονο αναρχισμό. Η πρώτη σκορπίζει περισσότερα από όσα συγκεντρώνει, ενώ η δεύτερη σπαταλάει ενέργεια αντί να την μεγιστοποιεί.
Αντί να αφιερώσουμε το μεγαλύτερο μέρος των προσπαθειών μας στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πολιτική εξουσία, εξαντλούμαστε παλεύοντας να επιδιορθώσουμε και να διατηρήσουμε ενωμένους τους εύθραυστους πόρους μας: ομάδες, τύπο, δίκτυα επικοινωνίας. Με μεγάλη δυσκολία βρίσκουμε τα μέσα για να στηρίξουμε τους εαυτούς μας σε οποιαδήποτε βάση. Οι ομάδες και οι οργανώσεις διακόπτονται. Όσοι παίρνουν τη θέση τους γλιστρούν παρά τη θέλησή τους στις αυλακιές που έσκαψαν οι προκάτοχοί τους - εκτός αν αρνηθούν τα πάντα και στριφογυρίσουν, για λίγο, εδώ κι εκεί.
Οι δημοσιεύσεις μας είναι στην πλειονότητα τους τόσο εφήμερες όσο και ελάχιστα γνωστές. Η θεωρητική τους βάση —όταν υπάρχει κάτι που μοιάζει με θεωρητική βάση— παραμένει ασταθής και τετριμμένη. Στην καλύτερη περίπτωση, αναδιατυπώνουν σοβαρά τα παλιά ερωτήματα: στρέφονται σε εκείνα του παρελθόντος από φόβο για τις προκλήσεις του σήμερα. Αυτή η πλήρης έλλειψη συνοχής και συνέχειας μειώνει την ελκτική δύναμη του αναρχικού κινήματος σε τέτοιο σημείο που μπορεί να διατηρήσει μόνο μια μειοψηφία της μειοψηφίας που διασχίζει τη σφαίρα επιρροής του. Αυτή η ένδεια δεν αφορά μόνο το «συγκεκριμένο» περιβάλλον, τις ομάδες και τους σχηματισμούς που αυτοανακηρύσσονται ελευθεριακοί. Όσοι ταυτίζουν την πρακτική τους με μια ελευθεριακὴ προοπτική, χωρίς να συνδέονται με το περιβάλλον —ακριβώς επειδή παρατηρούν τις ελλείψεις του και επειδή είναι επιφυλακτικοί απέναντι στη σύγχυση που αμαυρώνει τον αναρχισμό— θα είχαν τα πάντα να κερδίσουν από την ύπαρξη ενός ζωντανού κινήματος.
Μένει να δούμε αν πρέπει να επιμείνουμε σε αυτή την παραδοχή της αποτυχίας. Πολλοί το έχουν κάνει και έχουν φύγει για επαναστατικές τάσεις που τους προσφέρουν μεγαλύτερα μέσα, μια συνεκτική θεωρία και ένα πιο συγκροτημένο πνευματικό κλίμα. Άλλοι επιμένουν, ασυγκίνητοι από τη σύγχυση και τον κατακερματισμό, επειδή το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η ριζοσπαστικότητα συγκεκριμένων, ad hoc δράσεων ή το αδρό περίγραμμα ενός τρόπου ζωής. Ας μην μιλήσουμε για εκείνους που έχουν αυτοανακηρυχθεί ιδιοκτήτες μιας «αναφαίρετης αναρχίας», αναρχικούς του θείου οργανωσιακού δικαιώματος και φύλακες της ταξικής ορθοδοξίας, επιμελείς πάνω απ’ όλα να εντοπίζουν τις αποκλίσεις που δεν προβλέπονται στον κατάλογο της ιδεολογικής τους τσιγκουνιάς. Ας αφήσουμε αυτούς τους εμπόρους μεταχειρισμένων αγαθών να κάνουν τα πάντα στα μαγαζιά τους. Οι αθώοι που σκοντάφτουν εκεί παραμένουν όλο και λιγότεροι.
Αν θέλουμε να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, τίθεται το ερώτημα: είναι ο αναρχισμός καταδικασμένος από τη φύση του σε κατακερματισμό, σε ξεσπάσματα χωρίς μέλλον, σε αόριστες ιδεολογίες; Αν όχι, μπορεί να βρει μέσα του τις ενωτικές αρχές που θα του έδιναν δύναμη πεποίθησης και δύναμη παρέμβασης;
Αυτά τα ερωτήματα τίθενται τόσο σπάνια, εκτός από εκείνους που απαντούν αφήνοντας πίσω τον συγκεχυμένο χώρο. Συμμετέχουν τουλάχιστον έμμεσα στις προσπάθειες που καταβάλλουν ορισμένες ομάδες να βρουν τον δρόμο τους για να ξεφύγουν από την ομίχλη. Η αδράνεια του κινηματικού περιβάλλοντος κυριαρχεί σε αυτές τις προσπάθειες και περιορίζει τη διάρκειά τους. Παρ' όλα αυτά, αποτελούν ένα πρώτο θετικό...

Με μεγάλη ικανοποίηση ανακοινώνουμε ότι το βιβλίο «Προλεταριακή Εξέγερση στο Santos» βρίσκεται ήδη στο στάδιο της γραφικής παράστασης! Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει 64 κείμενα που γράφτηκαν από τον Primitivo Raymundo Soares (γνωστό με το ψευδώνυμο Florentino de Carvalho) μεταξύ 1905 και 1913, κατά τη διάρκεια της περιόδου που έζησε στο Santos.
Μεταξύ των επιλεγμένων ντοκουμέντων υπάρχουν επιστολές, κείμενα από τον εργατικό και αναρχικό Τύπο της Βραζιλίας και του εξωτερικού. Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα άρθρα προέρχονται από τον ημερήσιο Τύπο του Santos (ο οποίος δεν έχει ακόμη ψηφιοποιηθεί) και είναι εντελώς άγνωστα και αδημοσίευτα κείμενα, που απεικονίζουν...

Σωτήρης Λυκουργιώτης
Όσοι έζησαν τις μεγαλουπόλεις στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα θυμούνται το ασφυκτικό αίσθημα του πολεοδομικού τους χάους: φρικτή κυκλοφοριακή συμφόρηση, αποπνικτική ατμόσφαιρα με δυσοίωνα επίπεδα αέριων ρύπων, πλήρης απουσία δημόσιου χώρου, θόρυβος και σκουπίδια. Για όσους δεν τα έζησαν, οι ταινίες των δεκαετιών του ’80 και του ’90 είναι αδιάψευστος μάρτυρας.
Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Τα αυτοκίνητα έγιναν καταλυτικά, τα μέσα μαζικής μεταφοράς επεκτάθηκαν, τα ιστορικά κέντρα των πόλεων εν μέρει πεζοδρομήθηκαν. Τις δεκαετίες εκείνες, το να μένει κανείς στο κέντρο μιας μεγαλούπολης θεωρείτο κατάρα, ενώ μια ζωή με στοιχειώδη ποιότητα μπορούσε να...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

