
Εδώ και πάνω από έναν αιώνα το συρματόπλεγμα χρησιμοποιείται ευρέως. Απαντάται σχεδόν παντού, στην ύπαιθρο γύρω από τους αγρούς και τα βοσκοτόπια, στην πόλη πάνω από τους τοίχους ή στις περιφράξεις των εργοστασίων, των στρατώνων, αλλά και στις αυλές των σπιτιών μερικών ανήσυχων νοικοκυριών. Επίσης κατά μήκος των εθνικών συνόρων, στα πεδία μάχης, ή για να κρατηθούν απλώς υπό περιορισμό άνθρωποι που πρόκειται να απελαθούν ή να θανατωθούν.
Ωστόσο, σε έναν αιώνα ιλιγγιώδους τεχνολογικής προόδου, τη στιγμή που η ισχύς ενός υπολογιστή καθίσταται αστεία μέσα σε δέκα χρόνια, το ίδιο το συρματόπλεγμα δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου από τη στιγμή της εμφάνισής του. Ίσως επειδή παραμένει αρκετά αποτελεσματικό για το σκοπό που εξυπηρετεί, δηλαδή την οριοθέτηση του χώρου, τη χάραξη πάνω στο έδαφος γραμμών ενεργού διαχωρισμού.
Πράγματι, για την τελειότητα ενός εργαλείου εξουσίας, στην προκειμένη περίπτωση ενός εργαλείου χωρικής εγγραφής των σχέσεων εξουσίας, δεν έχει τόσο σημασία η τεχνική του εκλέπτυνση όσο η τέλεια οικονομική προσαρμογή του. Η αποτελεσματικότητά του μπορεί να επιτευχθεί πλήρως με πολύ απλά και λιτά αντικείμενα, όπως το συρματόπλεγμα, αφού ακριβώς αυτή η τεχνική ένδεια το καθιστά οικονομικό και εύκαμπτο εργαλείο, προσαρμόσιμο σε όλα τα είδη των μηχανισμών.
Αλλά το γεγονός ότι το συρματόπλεγμα γνώριζε πάντα επιτυχία δεν σημαίνει ότι παραμένει ακόμη στην αιχμή των τεχνολογιών διαχείρισης του χώρου. Σήμερα, διαγράφεται ένας προσανατολισμός που συνίσταται στο να επενδύει η εξουσία στον χώρο με τη μεγαλύτερη δυνατή διακριτικότητα. Πρόκειται όμως για κάτι τόσο καινούργιο; Το συρματόπλεγμα αντιστοιχούσε ήδη σε μια οπισθοχώρηση της εξουσίας από το υλικό πάχος της πέτρας... Κάνοντάς το όμως αυτό, το συρματόπλεγμα ανάγγελλε την ίδια του την υπέρβαση, την έλευση μιας εποχής όπου το ίδιο θα ήταν υπερβολικά ορατό και βαρύ και θα έπρεπε να αντικατασταθεί από πολύ πιο «αιθέριες» τεχνικές, που θα έλεγχαν το χώρο με μηχανισμούς που χαράζουν άυλα όρια, όχι από ξύλο ούτε από πέτρα ή από μέταλλο, αλλά από φως, από κύματα, από αόρατες δονήσεις.
Το συρματόπλεγμα βρίσκεται παντού και, από τη στιγμή της επινόησής του, χρησιμοποιήθηκε σε όλο τον κόσμο, με όλους τους τρόπους και με διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και αντίθετους. Γι' αυτό η ιστορία του φαίνεται εκ πρώτης όψεως διεσπαρμένη και η παρουσίαση της δυνητικά χαοτική.
Στο βιβλίο δεν εκτίθεται η ιστορία του συρματοπλέγματος, με την έννοια της παρακολούθησης κάθε σταθμού της εμφάνισης του, αλλά, αντίθετα, εκείνες οι περιπτώσεις της χρησιμοποίησής του που έχουν τις πιο σαφείς πολιτικές συνέπειες. Απ' αυτή την άποψη, τρεις ιστορικές εκδηλώσεις του μπορούν να θεωρηθούν παραδειγματικές: το αμερικανικό λιβάδι, το χαράκωμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Πράγματι, σ' αυτές τις τρεις περιπτώσεις η χρήση του συρματοπλέγματος είναι ξεκάθαρη. Δεν προστίθεται απλώς σε άλλα στοιχεία, όπως, για παράδειγμα, όταν τεντώνεται πάνω σε έναν τοίχο, αλλά αποτελεί το βασικό υλικό που χρησιμοποιείται για να παράγει μια δεδομένη οριοθέτηση.
Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, η χρησιμοποίησή του ξεπερνά κατά πολύ τον αρχικό του προορισμό, έχει μια εμβέλεια άμεσα πολιτική, καθώς συμμετέχει ενεργά σε τρία δεινά: στη φυσική εξόντωση και κατόπιν στην εθνοκτονία των Ινδιάνων της Αμερικής, στο αδιανόητο λουτρό αίματος του σύγχρονου...

Στις 8 Μάη 1928 σκοτώθηκε στην Αργεντινή η Luisa Lallana, λιμενεργάτισσα, ακτιβίστρια του συνδικάτου της και αναρχική.
Σε ηλικία μόλις 17 ετών, εργάστηκε στο λιμάνι, σε μονάδα κατασκευής σακουλών λινάτσας, ειδικών για τη μεταφορά σιτηρών. Από πεποίθηση, συνδέθηκε με την Τοπική Ομοσπονδία Εργαζομένων του Rosario, η οποία αποτελούσε τμήμα της αναρχοσυνδικαλιστικής FORA.
Στο πλαίσιο μιας σημαντικής απεργίας που άρχισε στο λιμάνι νωρίς το πρωί της Τρίτης, 8 Μάη 1928, ενώ μοίραζε έντυπο υλικό φυλλάδια με τη συντρόφισσά της Rosa Valdez στην περιοχή του λιμανιού του Rosario, η Luisa σκοτώθηκε εν ψυχρώ από τους εθνικιστές της Πατριωτικής Λίγκας.
Αμέσως μετά τη...

Siegbert Wolf*
Η μονογραφία του Λαντάουερ «Η Επανάσταση» [«Die Revolution»] που δημοσιεύτηκε το 1907, γράφτηκε μετά από προτροπή του φίλου του Μάρτιν Μπούμπερ, ο οποίος τη συμπεριέλαβε στη σειρά εκδόσεων του «Η κοινωνία» [«Die Gesellschaft»]. Σ’ αυτήν εμπεριέχεται μια ιστορικο-φιλοσοφική εξέταση της σημασίας των νεωτερικών επαναστάσεων. Μ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε ένα κείμενο που μπορεί να θεωρηθεί μια θεμελιώδης αναρχική φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία είναι απαραίτητη για την ολοκληρωμένη κατανόηση του κοινοτιστικού αναρχισμού του Λαντάουερ. Επίσης, αποτελεί τη μοναδική φιλοσοφία της ιστορίας από ελευθεριακή σκοπιά στον γερμανόφωνο χώρο μέχρι σήμερα.
Για τον Λαντάουερ η επανάσταση δεν αποτελεί ένα μοναδικό...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

