
Tom Goyens*
Η μετασχηματιστική «νέα κοινωνική ιστορία» που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1960 αποτέλεσε σημαντικό όφελος για το επάγγελμα του ιστορικού, ιδιαίτερα για την ιστορία της εργασίας και της μετανάστευσης — δύο πυλώνες ουσιώδεις για την κατανόηση του αναρχισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, παρά τις δυνατότητές του, ο αναρχισμός παρέμεινε ένα περιθωριακό θέμα στη συγγραφική παραγωγή των δεκαετιών 1960 και του 1970. Οι λόγοι αυτής της παραμέλησης είναι τόσο σύνθετοι όσο και το ίδιο το κίνημα, καθώς διαμορφώθηκαν από ιδεολογικές προκαταλήψεις, γλωσσικά εμπόδια και εσωτερικές διεργασίες μεταξύ των αναρχικών.
Η πρόσβαση στο παρελθόν του αναρχισμού δεν ήταν —και δεν είναι— εύκολη υπόθεση. Δεν υπάρχουν, βεβαίως, κομματικά ή εκλογικά αρχεία. Ο πραγματικός θησαυρός για τους ιστορικούς βρίσκεται στις επιστολές και τις εφημερίδες, οι οποίες όμως είναι διάσπαρτες σε πολυάριθμα αρχεία σε διαφορετικές χώρες και, το πιο δύσκολο απ’ όλα, είναι κυρίως γραμμένες σε γλώσσες διαφορετικές από την αγγλική. Έτσι, οι κρίσιμες μεταναστευτικές ρίζες του αμερικανικού αναρχισμού παραβλέφθηκαν. Αυτό το γλωσσικό και πολιτισμικό χάσμα σήμαινε ότι μια ολοκληρωμένη αφήγηση του αναρχισμού —ιδίως του μεταναστευτικού αναρχισμού— παρέμενε απρόσιτη για δεκαετίες.
Παρ’ όλα αυτά τα ακαδημαϊκά εμπόδια, μια αναζωπύρωση αναρχικών ιδεών και πρακτικών σημειώθηκε στο αναδυόμενο φοιτητικό κίνημα και στους Students for a Democratic Society (SDS) κατά τη δεκαετία του 1960. Μη ιεραρχικές μορφές οργάνωσης, αλληλοβοήθεια, λήψη αποφάσεων με συναίνεση, προεικονιστική πολιτική (σ.τ.μ.: prefigurative politics) και άμεση δράση είτε τέθηκαν σε δοκιμή είτε συζητήθηκαν. Μαζί τους ήρθε και ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την αναρχική παράδοση που κειτόταν θαμμένη σε αρχεία και σε εξαντλημένα βιβλία και φυλλάδια. Κυκλοφόρησαν αρκετές ανθολογίες αναρχικών κειμένων (τουλάχιστον όσες ήταν διαθέσιμες στα αγγλικά) στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία. Ωστόσο, λίγοι ιστορικοί παρατήρησαν το γεγονός ότι ο αναρχισμός, τελικά, δεν είχε ποτέ πεθάνει.
Επιπλέον, πολλοί αναρχικοί αγωνιστές της δεκαετίας του 1960 και του 1970 δίσταζαν να ασχοληθούν και να επανερμηνεύσουν την ιστορία τους, ιδίως σε αντίθεση με τους μαρξιστές, οι οποίοι ήταν περισσότερο οργανωμένοι στην τεκμηρίωση της κληρονομιάς τους. Ο Terry Perlin υπήρξε ένας από τους νέους ιστορικούς του αναρχισμού που πίστευαν ότι οι αναρχικοί της δεκαετίας του 1970 ήταν απορροφημένοι από το παρόν και στέκονταν αμήχανοι απέναντι στο παρελθόν. Εντόπισε μια «περιφρόνηση για το παρελθόν», μια λογική «ασυνείδητης πρωτοπορίας», όχι τόσο αντι-ιστορική όσο α-ιστορική. Δεν τον εξέπληξε, επομένως, το γεγονός ότι «η αναβίωση της αναρχικής δραστηριότητας τη δεκαετία του 1960 και του 1970 δεν προκάλεσε καμία ιδιαίτερη νοσταλγία».¹
Αυτές οι δυσκολίες εντάθηκαν από μια μαρξιστική προκατάληψη μεταξύ των ριζοσπαστών ιστορικών, η οποία επέμενε ακόμη και όταν η Νέα Αριστερά της δεκαετίας του 1960 ασκούσε κριτική στον δογματικό μαρξισμό και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι μαρξιστές ιστορικοί έτειναν να αντιμετωπίζουν τον αναρχισμό ως κάτι παράλογο, ως ένα κίνημα που κάποτε εμφανίστηκε, έδρασε λίγο και ύστερα εξέλιπε χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες. Ο ριζοσπάστης κοινωνιολόγος C. Wright Mills, για παράδειγμα, σχεδίαζε κάποτε να επιμεληθεί έναν τόμο με τίτλο Anarchists, Criminals, Deviants, βλέποντας τον αναρχισμό ως έναν «άξονα» του μαρξισμού. Ωστόσο, ο Mills γνώριζε ελάχιστα για τον αναρχισμό και δεν άφησε καμία σοβαρή έρευνα για την ιστορία του. Ο μαθητής του, κοινωνιολόγος Irving Horowitz, υιοθέτησε διαφορετική στάση. Επιμελούμενος μία από τις πρώτες ανθολογίες για τον αναρχισμό (1964), απέρριψε την ιδέα του αναρχισμού ως παρακλαδιού του μαρξισμού, χαρακτηρίζοντάς τον αντίθετα ως μια ριζοσπαστική —αλλά αναποτελεσματική— εναλλακτική στη μαρξιστική παράδοση.² Αυτές οι διανοητικές εντάσεις αποκαλύπτουν γιατί ο αναρχισμός δυσκολεύτηκε να αναγνωριστεί ως ένα νόμιμο πεδίο μελέτης.
Ακόμη κι όταν μια νέα γενιά ιστορικών επιδίωκε να αμφισβητήσει τον ορθόδοξο μαρξισμό, αυτές οι παραδοχές σχετικά με τον αναρχισμό αποδείχθηκαν εντυπωσιακά ανθεκτικές. Μεταξύ 1959 και 1969, οι ιστορικοί της Νέας Αριστεράς έδωσαν έναν ανηφορικό αγώνα για αποδοχή στο επάγγελμα, αντικρούοντας κατηγορίες περί «παροντισμού» (σ.τ.μ..: “presentism”), δηλαδή της υποτιθέμενης επιβολής πολιτικής ιδεολογίας στην ιστορική ανάλυση. Αναγνώριζαν την αναζωπύρωση αναρχικών ιδεών και πρακτικών, αλλά ως επί το πλείστον απέφευγαν μια επανεκτίμηση της ιστορίας του αναρχισμού. Συγκρίνετε αυτό με τον τρόπο με τον οποίο η Νέα Αριστερά επαναξιολόγησε τους Αμπολισιονιστές (Abolitionists), που επί μακρόν απορρίπτονταν ως «ψυχολογικά διαταραγμένοι φανατικοί».³ Το 1962, το δοκίμιο του ιστορικού Martin Duberman «The Abolitionists and Psychology» επαναπροσδιόρισε (και αποκατέστησε) αυτή την ομάδα υπό το πρίσμα του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.⁴ Ο αναρχισμός, όμως, παρέμεινε φορτωμένος με τα παλιά του στερεότυπα: παράλογος, βίαιος, φαντασιόπληκτος, ασήμαντος ή απλώς παρακλάδι του μαρξισμού. Η ευκαιρία να αποκαλυφθεί —πόσο μάλλον να επανεξεταστεί— η ιστορία του αναρχισμού έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη.
Υπήρξαν μερικά φωτεινά σημεία για την αναρχική ιστοριογραφία στην Αμερική της δεκαετίας του 1960. Το 1961, ο καθηγητής του Berkeley, Richard T. Drinnon (1925–2012) δημοσίευσε το «Rebel in Paradise», την πρώτη αμερικανική βιογραφία της Έμμα Γκόλντμαν και, μάλιστα, ιδιαίτερα συμπαθητική. Ωστόσο, ο Drinnon θεωρήθηκε προφανώς υπερβολικά ιδεολογικός από τους πανεπιστημιακούς διευθυντές. Παρ’ ότι του επετράπη να διδάξει ένα μάθημα με τίτλο «Μια Κριτική Ματιά στην Αμερικανική Ιστορία», του αρνήθηκαν τη μονιμοποίηση λόγω των πολιτικών του απόψεων. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1966, οι εκδόσεις Anchor Books κυκλοφόρησαν το «Patterns of Anarchy: A Collection of Writings on the Anarchist Tradition», μια σημαντική νέα ανθολογία 570 σελίδων, επιμελημένη από δύο συνταξιούχους ακαδημαϊκούς, τον φιλόσοφο Leonard Krimerman και τον ιστορικό Lewis Perry. Αξίζει να σημειωθεί ότι το εγχείρημά τους περιλάμβανε άμεση συνεργασία με αναρχικές οργανώσεις, την Freedom Group του Λονδίνου και τη Libertarian League της Νέας Υόρκης, οι οποίες προμήθευσαν τους συγγραφείς με ιστορικό και συχνά δυσεύρετο υλικό.
Αν η Νέα Αριστερά άνοιξε για λίγο την πόρτα σε μια ευρύτερη επανεξέταση των ριζοσπαστικών παραδόσεων, αυτό το άνοιγμα σύντομα στένεψε δραματικά. Μετά τις αναταραχές και τις ήττες του 1968, το φοιτητικό κίνημα και η SDS κατέρρευσαν το 1969. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν τους ριζοσπάστες ιστορικούς να στραφούν ακόμη περισσότερο προς έναν ανορθόδοξο μαρξισμό. Αυτή η στροφή ενδέχεται να αναζωογόνησε ορισμένα ρεύματα της ιστορικής σκέψης, αλλά ακούσια περιθωριοποίησε περαιτέρω τον αναρχισμό, τόσο ως κίνημα όσο και ως αντικείμενο σοβαρής ακαδημαϊκής έρευνας. Ένας ιστορικός θυμάται ότι το θέμα του αναρχισμού αντιμετωπιζόταν με «ειρωνικά σχόλια από μαρξιστές και μη σοσιαλιστές σχολιαστές».⁵ Αυτός ο απαξιωτικός τόνος παρέμεινε για χρόνια. Ακόμη και το 1983, ο ιστορικός της εργασίας Paul Buhle κάλεσε σε επανεκτίμηση του αμερικανικού εργατικού αναρχισμού, υποστηρίζοντας ότι «τα συνδικαλιστικά και αναρχικά θέματα έχουν παραμείνει ένα κρυμμένο κείμενο, που αναμένει το ξετύλιγμα του πολιτικού κόμπου που συνδέεται με τη Ρωσική Επανάσταση και τις γενιές Ψυχρού Πολέμου που ακολούθησαν».⁶
Στο πρόβλημα του «τυφλού σημείου» προστέθηκε και η επιμονή μιας φιλελεύθερης προκατάληψης στις ιστορικές αφηγήσεις, κατάλοιπο της «ιστορίας της συναίνεσης» των δεκαετιών του 1940 και 1950. Αυτή η οπτική έβλεπε τον επαναστατικό αναρχισμό ως εισαγόμενο προϊόν και, ως εκ τούτου, ασύμβατο με την υποτιθέμενη καθαρότητα των αμερικανικών δημοκρατικών ιδανικών. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο αναρχισμός ήταν μια ξένη μόλυνση· ο ριζοσπαστισμός του υπερβολικά αλλότριος προς την αμερικανική εμπειρία και επομένως όχι μέρος μιας υποτιθέμενης εθνικής συναίνεσης. Αντίθετα, ο ατομικιστικός αναρχισμός, με τη συνάφειά του προς τις αρχές του laissez-faire, παρουσιαζόταν ως η μόνη «αυθεντική» αμερικανική εκδοχή.
Αυτή η φιλελεύθερη πλαισίωση έκανε κάτι περισσότερο από το να αποκλείσει τον αναρχισμό από την εθνική αφήγηση· παραμόρφωσε θεμελιωδώς το ιστορικό αρχείο. Αγνόησε το γεγονός ότι οι σποραδικές βίαιες πράξεις αναρχικών ωχριούσαν μπροστά στη συστημική βία του αμερικανικού καπιταλισμού laissez-faire, από τα αποτρέψιμα βιομηχανικά ατυχήματα έως τη οργανωμένη αντεργατική βία που ασκούσαν εργοδότες και δυνάμεις επιβολής του νόμου. Επιπλέον, απέτυχε να λάβει υπόψη τη δυναμική διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης των μεταναστών, πολλοί —αν όχι οι περισσότεροι— από τους οποίους υιοθέτησαν τον αναρχισμό αφού ήρθαν αντιμέτωποι με τις αγριότητες του αμερικανικού βιομηχανικού καπιταλισμού.
Συνολικά, αυτές οι επικαλυπτόμενες προκαταλήψεις βοηθούν να εξηγηθεί γιατί ο αναρχισμός παρέμεινε για τόσο μεγάλο διάστημα στο περιθώριο της αμερικανικής ιστοριογραφίας. Οι προκαταλήψεις αυτές ριζώνουν στην ιδεολογική ακαμψία και την πνευματική οκνηρία. Μόνο πρόσφατα έχει αξιοποιηθεί η υπόσχεση της κοινωνικής ιστορίας για τον αναρχισμό, καθώς οι μελετητές τον εντάσσουν στις αλληλένδετες ιστορίες της εργασίας, της μετανάστευσης, του φύλου, της φυλής και της διαφωνίας. Η ιστορία του αναρχισμού (και του ριζοσπαστισμού γενικότερα) προσφέρει μια ισχυρή αντι-αφήγηση απέναντι στους κυρίαρχους μύθους για το παρελθόν του έθνους.
Σημειώσεις
¹ Perlin, «Recurrence of Defiance», στο Contemporary Anarchism, επιμ. Perlin (1979), 14–15.
² Horowitz (επιμ.), The Anarchists (Νέα Υόρκη: Dell Publishing Co., 1964), ευχαριστίες.
³ Jonathan M. Weiner, «Radical Historians and the Crisis in American History, 1959–1980», The Journal of American History 76, αρ. 2 (Σεπ. 1989), 413.
⁴ Duberman, «The Abolitionists and Psychology», Journal of Negro History 47 (Ιούλιος 1962), 183–91.
⁵ Avakumovic, «Review of Anarchist Portraits by Paul Avrich», Slavic Review 49, αρ. 3 (Φθινόπωρο 1990), 454.
⁶ Buhle, «Anarchism and American Labor», International Labor and Working Class History 23 (Άνοιξη 1983), 21.
*Το αρχικό κείμενο στην αγγλική δημοσιεύεται εδώ: https://tomgoyens.substack.com/p/the-anarchist-blind-spot?utm_source=post-email-title&publication_id=1269692&post_id=182918761&utm_campaign=email-post-title&isFreemail=true&r=2bljus&triedRedirect=true&utm_medium=email Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.
Στη φωτογραφία συνεδρίαση του εθνικού συμβουλίου της SDS το 1963. Η SDS θα αναπτυχθεί δραματικά, θα μετατραπεί δραματικά σε παραλλαγές του μαοϊσμού, θα χωριστεί και θα διαλυθεί επίσης δραματικά. Η φωτογραφία είναι από εδώ: https://www.workersliberty.org/story/2020-04-12/sixties-left-usa




