
Το αριστοκρατικό φράκο και η πληβειακή μπλούζα βρίσκονταν στον ίδιο σωρό από σκουπίδια.
“Τι εξευτελισμός! Τι ταπείνωση!” είπε το φράκο, κοιτάζοντας λοξά τον γείτονά του. “Είμαι δίπλα σε μια μπλούζα…!”
Μια ριπή ανέμου φύσηξε ένα από τα ταπεινά μανίκια της μπλούζας πάνω στο αλαζονικό φράκο, σαν να σκόπευε να συμφιλιώσει αυτούς που βρίσκονταν στην ίδια θέση, να εναρμονίσει μέσω μιας αδελφικής αγκαλιάς, τα δυο ρούχα που ήταν στην ίδια κατάσταση, αλλά τα οποία συνήθως βρίσκονται τόσο μακριά το ένα από το άλλο στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων.
“Φρίκη!” ούρλιαξε το φράκο, “Το άγγιγμά σου με σκοτώνει, βρώμικο κουρέλι! Πραγματικά, το θράσος σου είναι εξωφρενικό. Πώς τολμάς να με αγγίζεις; Δεν είμαστε ίσοι! Είμαι το φράκο, το ευγενές ένδυμα που στεγάζει και διακρίνει τους κυρίους. Είμαι το κομψό ένδυμα που έρχεται σε επαφή μόνο με αξιοπρεπή άτομα. Είμαι το άμφιο του τραπεζίτη και του επαγγελματία, του νομοθέτη και του δικαστή, του βιομήχανου και του εμπόρου. Ζω στον κόσμο των επιχειρήσεων και των ταλέντων. Είμαι το ένδυμα των πλουσίων, καταλαβαίνεις;”
Μια άλλη ριπή ανέμου αφαίρεσε το μανίκι της μπλούζας από το φράκο. Σαν να ήταν αγανακτισμένη, μετανιωμένη που είχε καταφύγει σε αυτό το επιβλητικό κουρέλι για λίγες συναισθηματικές και αδελφικές στιγμές και προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή της, η μπλούζα είπε:
“Με γεμίζεις με οίκτο, υπεροπτικό κουρέλι, θήκη μάταιων και κακών υπάρξεων. Θα πρέπει να ντρέπεσαι που κάλυψες καθάρματα που φορούν άσπρα γάντια. Θα είχα πεθάνει από τρόμο αν είχα αισθανθεί από κάτω μου τους φριχτούς παλμούς της καρδιάς ενός δικαστή. Θα αισθανόμουν λερωμένη να καλύπτω την μπάκα ενός εμπόρου ή ενός τραπεζίτη. Είμαι το ένδυμα των φτωχών. Κάτω μου πάλλεται η γενναιόδωρη καρδιά του εργάτη, του βοσκού που ξυρίζει από το πρόβατο το κύριο υλικό από το οποίο είσαι φτιαγμένο, του υφαντουργού που το μετέτρεψε σε ύφασμα, του ράφτη που το έκανε φράκο. Είμαι η περιβολή χρήσιμων υπάρξεων, εργατικών και ευγενών. Δεν επισκέπτομαι παλάτια. Μα ζω στο εργοστάσιο. Συχνά στο ορυχείο. Είμαι παρούσα στα χωράφια. Βρίσκομαι πάντα στα μέρη όπου παράγεται ο πλούτος”.
“Δεν με βρίσκεις στα επιχρυσωμένα σαλόνια ούτε στα πολυτελή μπουντουάρ, όπου ο χρυσός που παράγεται από τον ιδρώτα των φτωχών σπαταλάται, ή εκεί όπου η σκλαβιά των απόκληρων είναι συμφωνημένη. Μα θα ανακαλυφθώ στις συναντήσεις των αγωνιστών της ελευθερίας, εκεί όπου ο προφητικός λόγος του λαϊκού ρήτορα ανακοινώνει τον ερχομό μιας νέας κοινωνίας. Θα φαίνομαι στο στήθος της αναρχικής ομάδας, μέσα στην οποία καλοί άνθρωποι προετοιμάζονται να μετασχηματίσουν την κοινωνία. Και ενώ εσύ, φαντασμένο φράκο, βυθίζεσαι στα γλέντια και στα όργια, εγώ ντύνομαι με δόξα στο χαράκωμα ή στο οδόφραγμα μονομαχώντας με τον αξιωματικό του στρατού ή στην εξέγερση κατά την διάρκεια του αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη. Ήρθε η ώρα που εσύ και εγώ πρέπει να μονομαχήσουμε μέχρι θανάτου. Εσύ αντιπροσωπεύεις την τυραννία, εγώ είμαι η διαμαρτυρία: πρόσωπο με πρόσωπο, είμαστε ο καταπιεστής και ο επαναστάτης, ο βασανιστής και το θύμα. Στην ζυγαριά του πολιτισμού και της προόδου, ζυγίζω περισσότερο από σένα γιατί είμαι η δύναμη πίσω από τα πάντα. Μετακινώ τα μηχανήματα, σκάβω τις σήραγγες, τοποθετώ τις γραμμές… Επαναστατώ! Οδηγώ τον κόσμο!”
Ένας παλιατζής έβαλε τέλος στην σύγκρουση, τοποθετώντας τα ρούχα σε διαφορετικούς σάκους, τους οποίους μετέφερε προς τα πάνω, στην τρώγλη του.
*Δημοσιεύτηκε στην “Regeneration” Νο 211, 6 Νοέμβρη 1915.




