
Στις 15/5/1925, δολοφονήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Βούλγαρους ποιητές – ο Γκεόργκι Μίλεφ Κασάμποφ, γνωστός ως Γκέο Μίλεφ.
Εξοντωμένος από την τότε μοναρχοφασιστική εξουσία, παραμένει σύμβολο του ελεύθερου πνεύματος και της αδιαλλαξίας απέναντι στην τυραννία. Γεννημένος στις 15 Ιανουαρίου 1895 στην πόλη Ράντνεβο, ο Γκέο Μίλεφ έγινε η φωνή του εξπρεσιονισμού στη Βουλγαρία και εργάστηκε ως συντάκτης στα περιοδικά «Βεζνί» και «Πλάμακ» (Φλόγα).
Λόγω των αντιφασιστικών του έργων, και κυρίως του ποιήματος «Σεπτέμβριος» (αφιερωμένο στην αποτυχημένη και κατασταλθείσα από τη μοναρχοφασιστική εξουσία Εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1923), καταδικάστηκε σε φυλάκιση και πρόστιμο.
Στενός φίλος διακεκριμένων αναρχικών της εποχής, όπως ο Γκεόργκι Σεϊτάνοφ (ο οποίος διαμένει συχνά στο σπίτι του και υποστηρίζει οικονομικά το περιοδικό «Πλάμακ»), καθώς και ο Αντόν Κούτεφ (συντάκτης της αναρχικής εφημερίδας «Ελεύθερη Κοινωνία»), ο Γκέο Μίλεφ θεωρείται αριστερός διανοούμενος που είναι «αναρχικός στο πνεύμα». Επαναστάτης στην ψυχή και αδιάλλακτος κριτικός του φασισμού, πιστεύει ότι ο λαός δεν πρέπει να είναι «κοπάδι», αλλά σκεπτόμενη δύναμη.
Με αφορμή τις κατασχέσεις από τη μοναρχοφασιστική εξουσία των τεύχων του περιοδικού «Πλάμακ», ο Γκέο Μίλεφ γράφει: «Η κυβέρνηση θέλει ο λαός να μην σκέφτεται, γιατί αυτή είναι η έννοια του λαού για τους σημερινούς υψηλού πολιτισμού κυβερνήτες της Βουλγαρίας: λαός σημαίνει κοπάδι που δεν σκέφτεται – γι' αυτό σκέφτονται οι κυβερνήτες του».
Στις 15 Μαΐου 1925 κλήθηκε στην αστυνομία για «μικρή ανάκριση», μετά την οποία εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος. Χρόνια αργότερα, τα λείψανά του βρέθηκαν σε μαζικό τάφο κοντά στη Σόφια, αναγνωρισμένα μόνο από το τεχνητό του μάτι.




