
Η ιστορία του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα και όχι μόνο, χαρακτηρίζεται από μια παράδοξη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, ο αναρχισμός γεννήθηκε ως μια από τις πιο ριζικές κριτικές απέναντι στην εξουσία, την ιεραρχία, την πολιτική αντιπροσώπευση και την υποταγή του ατόμου σε εξωτερικές αρχές. Από την άλλη, κάθε φορά που το αναρχικό κίνημα επιχείρησε να μετατρέψει την κοινωνική εξέγερση σε σταθερή πολιτική δύναμη, βρέθηκε αντιμέτωπο με το πρόβλημα της οργάνωσης. Η δυσκολία αυτή δεν είναι τυχαία. Η οργάνωση δημιουργεί σχέσεις, οι σχέσεις δημιουργούν ρόλους, οι ρόλοι μπορούν να δημιουργήσουν διαφοροποιήσεις ισχύος και οι διαφοροποιήσεις ισχύος μπορούν, εάν δεν ελέγχονται συλλογικά, να μετατραπούν σε νέες μορφές εξουσίας. Έτσι, ο αναρχισμός βρέθηκε συχνά ανάμεσα σε δύο κινδύνους: στον κατακερματισμό του αυθορμητισμού και στην αναπαραγωγή της ιεραρχίας μέσα από την ίδια την προσπάθεια υπέρβασης του κατακερματισμού.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι αν ο αναρχισμός χρειάζεται οργάνωση. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια οργάνωση μπορεί να είναι συμβατή με την αναρχική αντίληψη της ελευθερίας. Η απόρριψη κάθε οργανωτικής μορφής δεν οδηγεί αυτομάτως στην ελευθερία. Μπορεί να οδηγήσει στην ασυνέχεια, στην αδυναμία συσσώρευσης εμπειρίας, στην προσωρινότητα των συλλογικών εγχειρημάτων και τελικά στην αδυναμία μιας κοινωνικής δύναμης να αποκτήσει διάρκεια και ιστορική αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, η υιοθέτηση ενός αυστηρά συγκεντρωτικού οργανωτικού μοντέλου μπορεί να προσφέρει συνοχή, πειθαρχία και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει έναν μηχανισμό που σταδιακά αποκτά αυτονομία από την ίδια την κοινωνία την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται το ζήτημα του λενινιστικού οργανωτικισμού. Η λενινιστική οργανωτική παράδοση συγκροτήθηκε γύρω από την ανάγκη ύπαρξης ενός πολιτικά συγκροτημένου, πειθαρχημένου και στρατηγικά ενιαίου επαναστατικού κόμματος. Η λογική αυτή απαντούσε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόβλημα: πώς μπορεί μια επαναστατική μειοψηφία να αποκτήσει πολιτική συνοχή, να συγκεντρώσει εμπειρία, να επεξεργαστεί στρατηγική και να παρέμβει αποτελεσματικά σε μια κοινωνική σύγκρουση. Η έννοια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, με όλες τις ιστορικές και θεωρητικές διαφοροποιήσεις της, εξέφρασε ακριβώς αυτή την προσπάθεια να συνδυαστούν εσωτερική συζήτηση και εξωτερική ενότητα δράσης.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η οργανωτική λογική μεταφέρεται αυτούσια στο αναρχικό πεδίο. Διότι ο αναρχισμός δεν αμφισβητεί μόνο το ποιος κατέχει την εξουσία. Αμφισβητεί τη δημιουργία μιας σχέσης μέσα στην οποία κάποιος ή κάποιο συλλογικό όργανο αποκτά τη δυνατότητα να αποφασίζει δεσμευτικά για τους άλλους. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Μια αναρχική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην αντικατάσταση μιας κοινωνικής ελίτ από μια επαναστατική ελίτ ή ενός κρατικού μηχανισμού από έναν πολιτικό μηχανισμό που λειτουργεί με παρόμοια εσωτερική λογική. Εάν η κοινωνία πρόκειται να απελευθερωθεί από την εξουσία, τότε η διαδικασία της απελευθέρωσης δεν μπορεί να βασίζεται στην αέναη αναπαραγωγή της σχέσης διοίκησης και υπακοής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αναρχική οργάνωση πρέπει να είναι άμορφη. Αντίθετα, μια στιβαρή αναρχική οργάνωση χρειάζεται δομή. Χρειάζεται συμφωνημένες διαδικασίες, καταμερισμό εργασίας, συλλογικές αποφάσεις, πολιτικές δεσμεύσεις, μηχανισμούς συντονισμού, διαχείριση πόρων, επικοινωνία, εκπαίδευση των μελών της και δυνατότητα μακροχρόνιου σχεδιασμού. Η άρνηση αυτών των αναγκών στο όνομα μιας αφηρημένης αντίληψης αυθορμητισμού δεν αποτελεί απαραίτητα υπεράσπιση της ελευθερίας. Μπορεί να αποτελεί απλώς αδυναμία οργάνωσης. Το αναρχικό πρόβλημα δεν είναι να εξαφανίσει την οργάνωση, αλλά να οργανώσει χωρίς να δημιουργήσει εξουσία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αυτοοργάνωση και στον οργανωτικισμό. Η αυτοοργάνωση δεν σημαίνει απουσία κανόνων. Σημαίνει ότι οι κανόνες παράγονται από αυτούς που δεσμεύονται από αυτούς και ότι οι οργανωτικές λειτουργίες παραμένουν ανακλητές, ελέγξιμες και υποκείμενες στη συλλογική βούληση. Η οργάνωση δεν αποκτά δικαίωμα ύπαρξης επειδή διαθέτει μια «ανώτερη» πολιτική αποστολή. Αντίθετα, υπάρχει επειδή εξυπηρετεί μια συλλογική ανάγκη και επειδή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί από εκείνους που τη συγκροτούν.
Η διαφορά αυτή γίνεται ιδιαίτερα σημαντική όταν εξετάζουμε τη σχέση ανάμεσα στον αυθορμητισμό και την οργάνωση. Ο εξεγερτικός παρορμητισμός αποτελεί πραγματική κοινωνική δύναμη. Οι εξεγέρσεις δεν γεννιούνται πάντοτε από προϋπάρχοντα οργανωτικά σχέδια. Συχνά ξεσπούν όταν συσσωρευμένες κοινωνικές αντιθέσεις φθάνουν σε ένα σημείο όπου η καθημερινή υπακοή διαρρηγνύεται. Ο αυθορμητισμός μπορεί να αποκαλύψει μια κοινωνική δυνατότητα που κανένας οργανωτικός μηχανισμός δεν είχε προβλέψει. Μπορεί να ανοίξει χώρο για νέες σχέσεις και να δημιουργήσει στιγμές συλλογικής απελευθέρωσης.
Όμως η εξέγερση δεν είναι ακόμη κίνημα. Η στιγμή της ρήξης δεν ταυτίζεται με τη δυνατότητα διατήρησης της ρήξης. Η εξέγερση μπορεί να ανοίξει έναν ιστορικό χώρο, αλλά δεν αποφασίζει από μόνη της τι θα συμβεί μέσα σε αυτόν. Εκεί αρχίζει το πρόβλημα της αυτοοργάνωσης. Όταν η κοινωνική ενέργεια της εξέγερσης μετατρέπεται σε συλλογική διαδικασία, χρειάζονται αποφάσεις, σχέσεις εμπιστοσύνης, καταμερισμός ευθυνών, επικοινωνία και στρατηγική. Η οργάνωση, επομένως, δεν αποτελεί αναγκαστικά περιορισμό της εξέγερσης. Μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο η εξεγερτική ενέργεια αποκτά διάρκεια χωρίς να μετατρέπεται σε εξουσία.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η θεωρητική παγίδα του λενινιστικού οργανωτικισμού. Αντιλαμβάνεται ορθά ότι η αυθόρμητη εξέγερση δεν επαρκεί για την οικοδόμηση μιας μακροχρόνιας πολιτικής δύναμης, αλλά απαντά σε αυτό το πρόβλημα μέσα από την ενίσχυση ενός κεντρικού οργανωτικού μηχανισμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αδυναμία του αυθορμητισμού αντιμετωπίζεται με την ενίσχυση της συγκεντρωτικής οργάνωσης. Έτσι όμως δημιουργείται μια ψευδής επιλογή: είτε αυθορμητισμός είτε συγκεντρωτισμός, είτε κατακερματισμός είτε κόμμα, είτε ασυνέχεια είτε πειθαρχημένος μηχανισμός.
Ο αναρχισμός χρειάζεται να υπερβεί αυτή τη διχοτομία. Μπορεί να υπάρξει συντεταγμένη οργάνωση χωρίς συγκεντρωτική εξουσία. Μπορεί να υπάρξει στρατηγική χωρίς πολιτική πρωτοπορία. Μπορεί να υπάρξει πειθαρχία χωρίς υπακοή. Μπορεί να υπάρξει συλλογική απόφαση χωρίς μόνιμη αντιπροσώπευση. Μπορεί να υπάρξει καταμερισμός εργασίας χωρίς δημιουργία ανώτερων και κατώτερων πολιτικών ρόλων.
Η κρίσιμη έννοια εδώ είναι η ανακλητότητα. Όσο περισσότερο ένας οργανωτικός ρόλος αποσπάται από τη δυνατότητα άμεσου ελέγχου από τη συλλογικότητα, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να μετατραπεί από λειτουργία σε εξουσία. Η διαφορά ανάμεσα στον συντονιστή και στον ηγέτη, ανάμεσα στον εκπρόσωπο και στον αντιπρόσωπο, ανάμεσα στον οργανωτικό υπεύθυνο και στο πολιτικό κέντρο, δεν είναι απλώς ορολογική. Αφορά τη δυνατότητα ενός προσώπου ή μιας ομάδας να αποκτήσει σταθερή επιρροή που δεν εξαρτάται πλέον από τη συλλογική διαδικασία.
Η αναρχική οργάνωση οφείλει συνεπώς να αντιμετωπίσει την εξουσία όχι μόνο ως εξωτερικό πρόβλημα αλλά και ως εσωτερικό οργανωτικό φαινόμενο. Η εξουσία δεν εμφανίζεται μόνο όταν κάποιος καταλαμβάνει ένα κρατικό αξίωμα. Μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε μια συνέλευση, σε μια επιτροπή, σε μια πολιτική ομάδα, σε έναν μηχανισμό πληροφόρησης ή ακόμη και μέσα από την κατοχή της οργανωτικής γνώσης. Όποιος ελέγχει μόνιμα την πληροφορία, τη στρατηγική, τους πόρους ή την επικοινωνία μπορεί να αποκτήσει πραγματική πολιτική ισχύ ακόμη και όταν η τυπική δομή της οργάνωσης παραμένει οριζόντια.
Γι' αυτό η αναρχική οργάνωση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην καλή πρόθεση των μελών της. Χρειάζεται πολιτικές ασφαλιστικές δικλίδες εναντίον της συγκέντρωσης της ισχύος. Η περιστροφή των ρόλων, η ανακλητότητα, η διαφάνεια, η διάχυση της γνώσης, η περιορισμένη διάρκεια των οργανωτικών εντολών, η δυνατότητα δημιουργίας νέων συλλογικοτήτων και η πραγματική αυτονομία των επιμέρους δομών μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί που εμποδίζουν την οργάνωση να αποκτήσει ζωή ανεξάρτητη από την κοινωνική βάση της.
Η ανάγκη για τέτοιους μηχανισμούς δεν σημαίνει ότι κάθε κεντρικός ή τοπικός συντονισμός είναι εξ ορισμού εξουσιαστικός. Σε μια σύνθετη κοινωνία, ο συντονισμός σε ευρύτερη κλίμακα είναι αναπόφευκτος. Το ζήτημα είναι η σχέση ανάμεσα στο κέντρο και στην περιφέρεια. Εάν το κέντρο έχει εντολή να συντονίζει, τότε η λειτουργία του μπορεί να είναι αναγκαία. Εάν όμως το κέντρο αποκτήσει το δικαίωμα να καθορίζει την πολιτική βούληση των επιμέρους συλλογικοτήτων, τότε ο συντονισμός μετατρέπεται σε συγκεντρωτισμό. Η διαφορά δεν βρίσκεται στην ύπαρξη ενός κεντρικού οργάνου αλλά στο αν το όργανο αυτό είναι κυρίαρχο ή υπηρεσιακό.
Ένα συντεταγμένο αναρχικό κίνημα θα μπορούσε, επομένως, να διαθέτει ομοσπονδιακή ή δικτυακή δομή, στην οποία οι επιμέρους συλλογικότητες διατηρούν ουσιαστική αυτονομία, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν κοινά επίπεδα συντονισμού για ζητήματα που απαιτούν ευρύτερη δράση. Η ενότητα δεν θα επιβαλλόταν από πάνω προς τα κάτω, αλλά θα κατασκευαζόταν από κάτω προς τα πάνω. Η πολιτική συνοχή δεν θα ήταν προϊόν ομοιομορφίας, αλλά αποτέλεσμα συμφωνίας πάνω σε ένα κοινό πλαίσιο αρχών και στόχων.
Αυτό απαιτεί και μια διαφορετική αντίληψη της διαφωνίας. Στον λενινιστικού τύπου οργανωτικισμό η εσωτερική συζήτηση μπορεί να είναι έντονη, αλλά η οργανωτική λογική τείνει να απαιτεί ενιαία εξωτερική δράση. Σε ένα αναρχικό κίνημα, αντίθετα, η διαφωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως οργανωτική παθολογία. Η διαφωνία αποτελεί στοιχείο της ελευθερίας. Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστεί η διαφορά, αλλά να δημιουργηθούν μηχανισμοί ώστε η διαφορά να μην οδηγεί ούτε σε διάλυση ούτε σε καταναγκαστική ομοφωνία.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ώριμο αναρχικό κίνημα πρέπει να μπορεί να συνυπάρχει με διαφορετικές στρατηγικές μέσα σε ένα κοινό πολιτικό πλαίσιο. Δεν χρειάζεται όλοι να κάνουν τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Χρειάζεται να μπορούν να συνεργάζονται εκεί όπου υπάρχει πραγματική συμφωνία και να διατηρούν τη δυνατότητα διαφορετικής δράσης εκεί όπου υπάρχει ουσιαστική διαφωνία. Η οργανωτική ενότητα δεν πρέπει να μετατραπεί σε ιδεολογική ομοιομορφία.
Έτσι, η πραγματική αντίθεση δεν είναι μεταξύ οργάνωσης και ελευθερίας. Είναι μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων της οργάνωσης. Η πρώτη θεωρεί ότι για να υπάρξει συλλογική ισχύς πρέπει να δημιουργηθεί ένα κέντρο που συγκεντρώνει τη στρατηγική, την πληροφορία και την πολιτική απόφαση. Η δεύτερη θεωρεί ότι η συλλογική ισχύς μπορεί να παραχθεί μέσα από τη σύνδεση αυτόνομων υποκειμένων, τη συμφωνία, την αμοιβαιότητα και τον συνεχή έλεγχο των οργανωτικών λειτουργιών από τη βάση.
Η δεύτερη αντίληψη είναι δυσκολότερη. Απαιτεί μεγαλύτερη πολιτική ωριμότητα από τα μέλη ενός κινήματος, διότι δεν προσφέρει την ευκολία της ανάθεσης. Σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο κάποιος μπορεί να πει ότι «η οργάνωση αποφάσισε». Σε μια πραγματικά αυτοοργανωμένη διαδικασία, το άτομο δεν μπορεί να αποποιηθεί τόσο εύκολα την ευθύνη του. Συμμετέχει στη διαμόρφωση της απόφασης και επομένως συμμετέχει και στην ευθύνη για τις συνέπειές της. Η ελευθερία, με αυτή την έννοια, δεν είναι απαλλαγή από την ευθύνη. Είναι ακριβώς η ανάληψη της ευθύνης χωρίς την ανάγκη ενός κυρίαρχου πάνω από το άτομο.
Εδώ η αναρχική πολιτική συναντά ένα βαθύτερο πρόβλημα της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς. Η εξουσία δεν διατηρείται μόνο επειδή υπάρχουν κυβερνήτες που επιθυμούν να κυβερνούν. Διατηρείται και επειδή οι άνθρωποι συχνά επιθυμούν να μεταφέρουν αλλού το βάρος της απόφασης και της ευθύνης. Η συγκεντρωτική οργάνωση μπορεί επομένως να γίνει ελκυστική όχι μόνο επειδή είναι αποτελεσματική αλλά επειδή απαλλάσσει το άτομο από ένα μέρος της δυσκολίας της ελευθερίας. Η ύπαρξη ενός πολιτικού κέντρου επιτρέπει στο μέλος να αισθάνεται ότι η στρατηγική έχει ήδη αποφασιστεί και ότι το δικό του καθήκον είναι να την εφαρμόσει.
Ακριβώς γι' αυτό η αναρχική οργάνωση δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνικές οργανωτικές μεταρρυθμίσεις. Απαιτεί πολιτικό πολιτισμό που να καλλιεργεί την ικανότητα ανάληψης ευθύνης. Η αυτοοργάνωση προϋποθέτει ανθρώπους που μπορούν να αποφασίζουν, να διαφωνούν, να αναλαμβάνουν συνέπειες, να αναγνωρίζουν λάθη και να τροποποιούν συλλογικά τη δράση τους. Χωρίς αυτή την πολιτική κουλτούρα, ακόμη και οι πιο οριζόντιες δομές μπορούν να οδηγηθούν σε άτυπες ιεραρχίες.
Επομένως, η υπέρβαση του λενινιστικού οργανωτικισμού δεν σημαίνει επιστροφή στον άνευ όρων αυθορμητισμό. Σημαίνει δημιουργία ενός διαφορετικού τύπου οργανωτικής λογικής. Ο στόχος δεν είναι ένα κίνημα χωρίς πειθαρχία, αλλά ένα κίνημα στο οποίο η πειθαρχία προκύπτει από την ελεύθερη συλλογική δέσμευση. Δεν είναι ένα κίνημα χωρίς ηγετικές λειτουργίες, αλλά ένα κίνημα στο οποίο οι ηγετικές λειτουργίες δεν μετατρέπονται σε μόνιμη κυριαρχία. Δεν είναι ένα κίνημα χωρίς στρατηγική, αλλά ένα κίνημα στο οποίο η στρατηγική παράγεται συλλογικά και παραμένει αναθεωρήσιμη.
Από αυτή την άποψη, η μετάβαση από τον εξεγερτικό παρορμητισμό στην επαναστατική αυτοοργάνωση δεν ολοκληρώνεται όταν δημιουργείται μια οργάνωση. Ολοκληρώνεται μόνο όταν η οργάνωση μπορεί να διατηρεί τη συλλογική της δύναμη χωρίς να δημιουργεί μια νέα εξουσιαστική σχέση. Αυτό είναι το δύσκολο σημείο. Η αυτοοργάνωση δεν αποτελεί απλώς ένα οργανωτικό σχήμα. Αποτελεί μια διαρκή διαδικασία ελέγχου της ίδιας της οργάνωσης από εκείνους που την συγκροτούν.
Ένα συντεταγμένο αναρχικό κίνημα, επομένως, δεν θα πρέπει να επιδιώξει να γίνει «το αναρχικό κόμμα». Η ιστορική του πρωτοτυπία θα μπορούσε να βρίσκεται ακριβώς στην άρνηση αυτής της λογικής. Θα μπορούσε να είναι ένα πολιτικό υποκείμενο χωρίς να γίνει κυρίαρχο υποκείμενο, μια οργανωμένη δύναμη χωρίς μόνιμο κέντρο εξουσίας, μια συλλογικότητα με στρατηγική χωρίς πολιτική πρωτοπορία και μια πειθαρχημένη κοινωνική δύναμη χωρίς σχέση υπακοής.
Η πρόκληση είναι συνεπώς να περάσουμε από την απλή άρνηση της εξουσίας στην οικοδόμηση μορφών συλλογικής δύναμης που δεν χρειάζονται την εξουσία για να υπάρξουν. Αυτό απαιτεί να εγκαταλειφθεί τόσο η ρομαντικοποίηση του αυθορμητισμού όσο και η γοητεία της οργανωτικής «αποτελεσματικότητας» όταν αυτή αγοράζεται με τίμημα τη συγκέντρωση της πολιτικής ισχύος. Ο αναρχισμός δεν χρειάζεται λιγότερη οργάνωση. Χρειάζεται διαφορετική οργάνωση.
Και αυτή ίσως είναι η ουσιαστική πολιτική μετάβαση από τον εξεγερτικό παρορμητισμό στην επαναστατική αυτοοργάνωση: να μετατραπεί η αυθόρμητη άρνηση της εξουσίας σε συνειδητή ικανότητα συλλογικής δράσης χωρίς εξουσιαστική αναπαραγωγή. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να εξεγείρεται μια κοινωνία όταν η εξουσία γίνεται ανυπόφορη, αλλά να αποκτά την ικανότητα να οργανώνει τη ζωή της χωρίς να χρειάζεται να δημιουργήσει μια νέα αρχή που θα αποφασίζει για λογαριασμό της. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία της αναρχικής οργάνωσης: όχι στην ικανότητα να καταστρέψει απλά μια εξουσία, αλλά στην ικανότητα να μην την ξαναδημιουργήσει μέσα από τις ίδιες τις μορφές της υποτιθέμενης απελευθέρωσης.
Αργύρης Αργυριάδης




