
Η ανάγκη για την ανασυγκρότηση του αντικαπιταλιστικού και αντικρατικού αγώνα στον 21ο αιώνα καθιστά το ερώτημα της στρατηγικής και της δομής πιο επιτακτικό από ποτέ. Η ιστορική εμπειρία του προηγούμενου αιώνα κληροδότησε στο επαναστατικό κίνημα ένα βαθύ, διπλό αδιέξοδο, οι συνέπειες του οποίου ταλανίζουν ακόμα και σήμερα τις ριζοσπαστικές δυνάμεις. Από τη μία πλευρά, ο κρατικός σοσιαλισμός του λενινιστικού τύπου εγκλωβίστηκε στη λατρεία του κόμματος, καταλήγοντας στον ολοκληρωτισμό, την ανάδυση μιας νέας γραφειοκρατικής τάξης και την τελική αντεπανάσταση.
Από την άλλη πλευρά, ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου αναρχικού και ελευθεριακού χώρου διολίσθησε σε έναν άκρατο ατομικισμό, στην άρνηση κάθε μορφής συγκροτημένης δομής και σε έναν άκριτο αυθορμητισμό. Αυτός ο αυθορμητισμός, αν και ρομαντικός, αποδείχθηκε επανειλημμένα ανίκανος να προσφέρει μια βιώσιμη, μακροπρόθεσμη και συνεκτική εναλλακτική πρόταση απέναντι στην κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα, περιορίζοντας τη δράση του σε έναν αποσπασματικό ακτιβισμό «της μίας ημέρας».
Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται μέσα από τα συντρίμμια αυτών των δύο τάσεων είναι σαφές: Είναι εφικτή η επίτευξη της μέγιστης δυνατής οργανωτικής αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε μεγάλη κλίμακα, χωρίς την παράλληλη αναπαραγωγή της ιεραρχίας, των ηγεμόνων και των γραφειοκρατικών διευθυντηρίων; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην εφεύρεση νέων θεωρητικών σχημάτων εκ του μηδενός, αλλά στη σύγχρονη επικαιροποίηση και εφαρμογή των παραδόσεων του Αναρχισμού προς ένα σύγχρονο μοντέλο συγκροτημένου, συγκεντρωμένου οριζόντιου αναρχισμού, ο οποίος είναι ριζικά απαλλαγμένος από τον λενινισμό, τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και, κυρίως από το φάντασμα της φωτισμένης «επαναστατικής πρωτοπορίας».
Για να κατανοήσουμε την αναγκαιότητα ενός οργανωμένου αναρχισμού, είναι απαραίτητο να αναλύσουμε και να απορρίψουμε τη δομική και ιδεολογική ραχοκοκαλιά του λενινισμού: το δόγμα της επαναστατικής πρωτοπορίας. Το μοντέλο αυτό, όπως διατυπώθηκε κυρίως από τον Λένιν στο έργο «Τι να κάνουμε;», εδράζεται σε μια βαθιά, συστημική δυσπιστία απέναντι στην ίδια την κοινωνική βάση και την εργατική τάξη. Η λενινιστική θεωρία υποστηρίζει ότι η εργατική τάξη, αν αφεθεί να δράσει αυτόνομα, είναι ικανή να αναπτύξει μονάχα μια βασική, διεκδικητική και «συνδικαλιστική» συνείδηση, δηλαδή να παλέψει απλώς για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η αυθεντική, ριζοσπαστική επαναστατική συνείδηση δεν μπορεί να πηγάσει από τους ίδιους τους καταπιεσμένους, αλλά πρέπει να εισαχθεί «απέξω» και από τα πάνω, από ένα κλειστό κόμμα επαγγελματιών επαναστατών οι οποίοι κατέχουν την επιστημονική ανάλυση της ιστορίας.
Αυτή η παραδοχή γεννά νομοτελειακά και αναπόφευκτα την ιεραρχία, τον αυταρχισμό και την πολιτική αλλοτρίωση. Αν το Κόμμα αυτοανακηρύσσεται ως ο μοναδικός κάτοχος της «αντικειμενικής αλήθειας» και ο αυθεντικός εκφραστής των συμφερόντων της εργατικής τάξης, τότε κάθε εσωτερική ή εξωτερική διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση, αλλά ως προδοσία, ως ταξική παρέκκλιση και ως κίνδυνος για την επανάσταση. Το εργαλείο για την επιβολή αυτής της ομοιομορφίας είναι ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός». Στο σύστημα αυτό, η συζήτηση επιτρέπεται θεωρητικά μόνο μέχρι τη λήψη μιας απόφασης· από τη στιγμή που το ανώτερο όργανο αποφασίσει, η απόφαση καθίσταται τυφλά υποχρεωτική και εκτελεστέα από όλα τα κατώτερα όργανα και τη βάση. Το κίνημα παύει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός χειραφέτησης και μετατρέπεται σε έναν αυστηρά ιεραρχημένο στρατό, όπου η βάση απλώς εκτελεί τις εντολές της ηγεσίας.
Η ιστορική πραγματικότητα απέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο ότι η λογική της πρωτοπορίας φέρει μέσα της το σπέρμα του ολοκληρωτισμού. Όπως είχε διορατικά προβλέψει ο Μιχαήλ Μπακούνιν ήδη από τον 19ο αιώνα, ασκώντας κριτική στον κρατικό σοσιαλισμό του Μαρξ, η υποτιθέμενη «δικτατορία του προλεταριάτου» μετατρέπεται αστραπιαία σε μια δικτατορία επί του προλεταριάτου. Το κόμμα-πρωτοπορία δεν κατέλαβε απλώς τον κρατικό μηχανισμό για να τον καταργήσει· έγινε το ίδιο το κράτος, ενσαρκώνοντας μια νέα άρχουσα τάξη γραφειοκρατών, την κόκκινη μπουρζουαζία. Η ιστορική αυτή πορεία σφραγίστηκε με αίμα: από τη συστηματική εξόντωση και προδοσία των Ουκρανών αναρχικών της Μαχνοβτσίνα (που είχαν πολεμήσει ηρωικά ενάντια στον τσαρικό στρατό) από τον Κόκκινο Στρατό του Τρότσκι, μέχρι την ένοπλη συντριβή της εξέγερσης των ναυτών της Κρονστάνδης το 1921, οι οποίοι ζητούσαν ελεύθερα σοβιέτ χωρίς κομματική κηδεμονία. Η πρωτοπορία απέδειξε ότι θεωρεί τον εαυτό της ανώτερο από την επανάσταση, καταπνίγοντας κάθε αυθεντική λαϊκή πρωτοβουλία που δεν μπορούσε να ελέγξει.
Απέναντι στην εργαλειακή λογική του λενινισμού, όπου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ο οργανωμένος αναρχισμός αντιπαραθέτει την κομβική αρχή του προεικονισμού. Η αρχή αυτή πρεσβεύει ότι υπάρχει μια αδιάρρηκτη, οργανική σχέση ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του αγώνα και στον τελικό σκοπό που επιδιώκεται. Με απλά λόγια, η δομή, οι σχέσεις και οι μέθοδοι που εφαρμόζουμε σήμερα μέσα στις οργανώσεις μας πρέπει να αποτελούν μια μικρογραφία και μια προεικόνιση της ελεύθερης, ακρατικής κοινωνίας που οραματιζόμαστε για το αύριο.
Είναι μια επικίνδυνη οφθαλμαπάτη να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να οικοδομήσει μια κοινωνία βασισμένη στην ελευθερία, την ισότητα, την αλληλεγγύη και την απουσία εκμετάλλευσης, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία τη συγκέντρωση εξουσίας, τη διαταγή, την πειθαρχία του φόβου και την ιεραρχική επιβολή. Μια αυταρχική, συγκεντρωτική δομή αγώνα θα διαμορφώσει αναπόφευκτα αυταρχικές συνειδήσεις και θα αναπαράγει σχέσεις εξουσίας, οδηγώντας νομοτελειακά στη δημιουργία ενός νέου ιεραρχικού κοινωνικού συστήματος. Για τον λόγο αυτό, ο οργανωμένος αναρχισμός αρνείται να μετατραπεί σε κόμμα που επιδιώκει την κατάληψη της εξουσίας. Αντίθετα, προτάσσει τη δημιουργία της πολιτικής οργάνωσης ειδικού σκοπού, η οποία δεν τοποθετεί τον εαυτό της πάνω ή έξω από την τάξη, αλλά λειτουργεί οριζόντια, αντι-ιεραρχικά και από τα κάτω προς τα πάνω, ενσαρκώνοντας τις ίδιες τις αξίες της μελλοντικής ελευθεριακής κοινωνίας.
Οργανωμένος αναρχισμός δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, μια χαοτική και άμορφη συνύπαρξη ασύμβατων ατομικών επιθυμιών ή ιδεών, η οποία συχνά παραλύει τις συλλογικότητες.Μια πολιτική οργάνωση, για να είναι αποτελεσματική και να μπορεί να παρέμβει ουσιαστικά στην κοινωνική πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι μια απλή «δεξαμενή» όπου ο καθένας πρεσβεύει ό,τι θέλει. Χωρίς μια κοινή θεωρητική αφετηρία, η συλλογικότητα καταδικάζεται σε ιδεολογική σύγχυση και αναλώνεται σε ατέρμονες, εσωστρεφείς συζητήσεις που εμποδίζουν την εξωστρεφή δράση. Πρέπει δε να στέκεται απέναντι στο συγκεντρωτισμό. Οι αποφάσεις λαμβάνονται στις τοπικές συνελεύσεις βάσης. Όταν απαιτείται περιφερειακός, εθνικός ή διεθνής συντονισμός, αυτός επιτυγχάνεται μέσω ομοσπονδιών και δικτύων, στα οποία συμμετέχουν ανακλητοί αντιπρόσωποι με πολύ συγκεκριμένες, προαποφασισμένες εντολές από τις συνελεύσεις τους. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα αυτόνομης λήψης αποφάσεων ούτε ασκούν εξουσία· είναι απλοί μεταφορείς της βούλησης της βάσης, διασφαλίζοντας ότι η λήψη των αποφάσεων παραμένει πάντα στα χέρια των πολλών. Δηλαδή στον Ελευθεριακό Φεντεραλισμό που προάγει την ελεύθερη ένωση.
Η πιο σημαντική θεωρητική και πρακτική συνεισφορά του νοτιοαμερικανικού Εσπεσιφισμού (που αναπτύχθηκε κυρίως από την Αναρχική Ομοσπονδία Ουρουγουάης -FAU- τη δεκαετία του 1950 και εφαρμόζεται ευρέως σήμερα στη Λατινική Αμερική) είναι η διάκριση των επιπέδων οργάνωσης και η έννοια της κοινωνικής εμβάθυνσης (social insertion / inserção social). Ο εσπεσιφισμός ξεκαθαρίζει ότι η ειδική αναρχική πολιτική οργάνωση, είναι κάτι διαφορετικό από τα ευρύτερα λαϊκά κινήματα, τα συνδικάτα, τους φοιτητικούς συλλόγους ή τις τοπικές επιτροπές γειτονιάς. Η αναρχική οργάνωση δεν επιδιώκει να ταυτιστεί με αυτά τα κινήματα, ούτε εμφανίζεται ως ο «κηδεμόνας» ή ο «διαχειριστής» τους, όπως κάνουν τα λενινιστικά κόμματα. Οι αναρχικοί δεν εισβάλλουν στους κοινωνικούς χώρους για να αποσπάσουν ψήφους, να εκλέξουν κομματικά στελέχη στις διοικήσεις ή να «καπελώσουν» τις διαδικασίες προκειμένου να εξυπηρετήσουν την κομματική τους γραμμή.
Αντίθετα, οι αναρχικοί συμμετέχουν στα ευρύτερα, πολυσυλλεκτικά κοινωνικά μέτωπα ως απλά, ισότιμα μέλη της εργατικής τάξης και της κοινωνίας. Μέσα σε αυτούς τους χώρους, παλεύουν ακούραστα για δύο συγκεκριμένους άξονες:
*Πρώτον, για την ενίσχυση του μαχητικού, ριζοσπαστικού και ασυμβίβαστου χαρακτήρα των διεκδικήσεων ενάντια στο κράτος και την εργοδοσία.
*Δεύτερον, και σημαντικότερο, για τη διασφάλιση ότι αυτά τα μαζικά κινήματα θα λειτουργούν με βάση την άμεση δημοκρατία, την οριζοντιότητα, την αντι-ιεραρχία, τις ανοιχτές συνελεύσεις και την απουσία μόνιμων αρχηγών.
Η αναρχική οργάνωση λειτουργεί ως ένας «επιταχυντής ιδεών» και ένα εργαλείο στρατηγικού συντονισμού, όχι ως ένα διευθυντήριο που δίνει εντολές. Δεν επιδιώκει να πάρει την εξουσία εκ μέρους της τάξης, επειδή γνωρίζει ότι η χειραφέτηση των καταπιεσμένων είναι έργο των ίδιων των καταπιεσμένων. Στόχος της είναι να βοηθήσει την κοινωνική βάση να αναπτύξει τη δική της, αυτόνομη δομή αυτοδιαχείρισης, ώστε η ίδια η κοινωνία να οργανώσει την παραγωγή και τη ζωή της μετά την ανατροπή του συστήματος.
Η απόρριψη του λενινισμού, του αυταρχισμού και του δόγματος της πρωτοπορίας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας οδηγεί στην οργανωτική παραίτηση, στον ελιτισμό των κλειστών ομάδων συγγένειας ή σε έναν χαοτικό, ανώδυνο για το σύστημα ακτιβισμό. Η αστική τάξη, το κεφάλαιο και ο κρατικός μηχανισμός είναι εξαιρετικά οργανωμένοι, διαθέτουν στρατούς, αστυνομία, δικαστήρια, πολυεθνικές, media και διεθνείς συμμαχίες. Για να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια συγκεντρωμένη ισχύ, χρειαζόμαστε μια οργάνωση εξίσου σοβαρή, συγκροτημένη, πειθαρχημένη και διεθνώς δικτυωμένη, η οποία όμως θα είναι ριζικά αντίθετη στη δομή και τη φιλοσοφία της με αυτή του εχθρού.
Ο σύγχρονος οργανωμένος αναρχισμός αποδεικνύει στην πράξη ότι η πειθαρχία μπορεί να είναι εθελοντική και συνειδητή, η ενότητα συλλογική και η δράση εξαιρετικά αποτελεσματική, χωρίς να υπάρχει καμία ανάγκη για Κεντρικές Επιτροπές, Πολιτικά Γραφεία, Γενικούς Γραμματείς ή «φωτισμένους» καθοδηγητές. Η κατάργηση της λενινιστικής πρωτοπορίας και η επιστροφή στην αυθεντική οργάνωση της βάσης είναι ο μόνος δυνατός δρόμος για μια κοινωνική επανάσταση που δεν θα αλλάξει απλώς τους διαχειριστές της εξουσίας και τα χρώματα των σημαιών στα κυβερνητικά κτίρια, αλλά θα καταργήσει την εξουσία, την εκμετάλλευση και την ιεραρχία μια για πάντα.
Αργύρης Αργυριάδης




