
To Σάββατο 31 Μάϊου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στην πόλη των Ιωαννίνων η εκδήλωση-παρουσίαση της “Πλατφόρμας της Γενικής Ένωσης Αναρχικών και ο διάλογος πάνω σε αυτή” καθώς και η συζήτηση γύρω από την προοπτική της αναρχικής οργάνωσης στο εδώ και τώρα.
Ευχαριστούμε θερμά τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της αναρχικής ομάδας A Batalha για την διοργάνωση, το ελευθεριακό εργαστήρι F451 για την φιλοξενία και φυσικά το σύνολο των παρευρισκόμενων στην εκδήλωση.
Ακολουθεί η εισήγηση της συλλογικότητας μας
Συντρόφισσες και σύντροφοι καλησπέρα,
Πρώτα και κύρια θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την αναρχική ομάδα A Batalha για την διοργάνωση της αποψινής εκδήλωσης. Είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που βρισκόμαστε στην πόλη των Ιωαννίνων για να συζητήσουμε πάνω στο φλέγον ζήτημα της αναρχικής οργάνωσης καθώς και να ψηλαφίσουμε δυνατότητες κοινών αγωνιστικών συμπορεύσεων, που είναι και το βασικό ζητούμενο για να ανοίξει και πρακτικά η προοπτική της οργάνωσης το επόμενο διάστημα. Ευελπιστούμε λοιπόν, η παρουσίαση της έκδοσης μας να αποτελέσει μια ευκαιρία γόνιμης συζήτησης και γνωριμίας.
Η Πλατφόρμα της Γενικής Ένωσης Αναρχικών καθώς και ο διάλογος μεταξύ των αναρχικών της εποχής που ακολούθησε την έκδοση της, είναι εν πολλοίς αγνοημένα ντοκουμέντα στον σημερινό ελλαδικό αναρχικό χώρο. Η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου, είχε εξαρχής ως σκοπό από πλευράς μας, να φέρει πλατύτερα στην επιφάνεια τα περιεχόμενα, τις έννοιες, τις προτάσεις και τα συμπεράσματα που εξήγαγαν και κατέγραψαν στην «Πλατφόρμα» οι αναρχικοί αγωνιστές της DeloTruda, καθώς και τα όσα αναδείχθηκαν και προστέθηκαν στην συνέχεια στον διάλογο που ακολούθησε πάνω σ’ αυτήν.
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η «Πλατφόρμα» αποτελεί το απόσταγμα της εμπειρίας αναρχικών αγωνιστών που πάλεψαν στην πρώτη γραμμή στην Επανάσταση στην Ρωσία για να εφαρμοστούν στην πράξη τα αναρχικά επαναστατικά προτάγματα. Η αδυναμία του αναρχικού κινήματος να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα στο επαναστατικό κίνημα της εποχής και η εκτροπή της επανάστασης στην Ρωσία με την εγκαθίδρυση του εξουσιαστικού σοσιαλισμού, οδήγησε τους ρώσους εξόριστους αναρχικούς της DeloTruda να αναζητήσουν τις αιτίες της ήττας του αναρχικού κινήματος και ταυτοχρόνως να αποτυπώσουν την προγραμματική και οργανωτική τους αντιπρόταση έναντι του «οργανωτικού και στρατηγικού χάους» που επικρατούσε στις αναρχικές γραμμές.
Όπως εύλογα μπορεί να διαπιστώσει κανείς, η έκδοση μας δεν έχει απλώς μια ιστορική σημασία ούτε η κάλυψη ενός ιστοριογραφικού κενού ήταν το αποκλειστικό κινητήριο καύσιμο για να την βάλουμε μπροστά, σε συνεργασία και με τον σύντροφο Δημήτρη Τρωαδίτη. Πρώτα και κύρια, διαγνώσαμε μια πρακτική αξία της «Πλατφόρμας» και της αλληλογραφίας γύρω από αυτή, στο «εδώ και το τώρα». Κι αυτό γιατί η «Πλατφόρμα» θέτει καίρια ζητήματα που ταλανίζουν μέχρι και σήμερα το αναρχικό κίνημα και κατά την γνώμη μας, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η ανάλυση και η εξαγωγή συμπερασμάτων από την ιστορική πείρα του αναρχικού κινήματος, θεωρούμε, πως είναι σημαντική για την αποφυγή των ίδιων λαθών και την χάραξη της στρατηγικής μας στο σήμερα. Επιπλέον η γνώση της αναρχικής ιστορίας είναι για κάθε σύντροφο και συντρόφισσα, απαραίτητο στοιχείο για την συγκρότηση αναρχικής ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας σήμερα.
Τις αιτίες λοιπόν για την αποδιοργάνωση του αναρχικού κινήματος, οι συντάκτες της «Πλατφόρμας» τις τοποθετούν στις «βαθιές ασθένειες» στο εσωτερικό του: ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές και στρατηγικές-προγραμματικές. Η απομάκρυνση του ταξικού χαρακτήρα του αναρχισμού ως δομικού του πυλώνα, η φιλελεύθερη αποθέωση της «ατομικότητας» και η υπερίσχυση των «εραστών του εγώ» στο εσωτερικό του, η αδυναμία να παραγάγει μια συνεκτική ανάλυση του κόσμου και ένα συνολικό επαναστατικό πρόγραμμα, οι ασάφειες στην θεωρία, η μη οργάνωση, ο κατακερματισμός και οι ασυνέχειες ήταν παράγοντες που, όπως αναφέρεται στην «Πλατφόρμα», οδήγησαν το αναρχικό κίνημα, παρά την δυναμική του, να αποτελεί «ένα μικρό επεισόδιο στην ιστορία των αγώνων της εργατικής τάξης».
Στον αντίποδα αυτής της συνθήκης αποδιoργάνωσης και αναποτελεσματικότητας, οι σύντροφοι της DeloTrudaπρόταξαν την δημιουργία μιας «Γενικής Ένωσης Αναρχικών». Μιας οργάνωσης που θα συσπειρώσει όλα τα «υγιή στοιχεία» του αναρχικού κινήματος γύρω από συγκεκριμένες ιδεολογικές αρχές και πολιτικές θέσεις και γύρω από ένα κοινό επαναστατικό πρόγραμμα. Πάνω σ΄αυτό το σκεπτικό, η «Πλατφόρμα» εισάγει οργανωτικά την σημασία της «ιδεολογικής και τακτικής ενότητας», την ελεύθερη συμφωνία δηλαδή γύρω από ένα πλαίσιο κοινών ιδεολογικών αρχών και μιας συλλογικής μεθόδου δράσης της αναρχικής οργάνωσης. Και την συμπληρώνει με την «συλλογική υπευθυνότητα», την δέσμευση δηλαδή του μέλους προς την ελεύθερη συμφωνία που έχει προκύψει εντός της οργάνωσης και τον «φεντεραλισμό» που διασφαλίζει την μη συγκεντρωτική της φύση, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται από τα «κάτω προς τα πάνω».
Η αναγκαιότητα της οργάνωσης δεν τίθεται ως αυτοσκοπός αλλά ως το μέσο που θα οδηγήσει στον στρατηγικό στόχο της Κοινωνικής Επανάστασης. Επιπλέον, η αναρχική οργάνωση δεν τίθεται ως μια φόρμουλα για την μηχανιστική συνένωση σε ένα συλλογικό σώμα όλων των αναρχικών των διαφορετικών και αντικρουόμενων τάσεων για να γίνουμε προς χάριν ευκολίας «πολλοί». Αυτή την άποψη την υποστήριξαν οι «συνθετιστές» με τους οποίους οι συγγραφείς της «Πλατφόρμας» συγκρούστηκαν σε ιδεολογικό και τακτικό επίπεδο σφοδρά, θέλοντας να καταδείξουν ότι μια οργάνωση «σύνθεσης» δεν οδηγεί στην μαζικότητα αλλά στον εκφυλισμό, τον πόλεμο μεταξύ των τάσεων και τελικά στην εσωστρέφεια και την απομάκρυνση από κάθε πρακτικό στόχο.
Σε αντίθεση με την μηχανιστική συνένωση που πρότειναν οι «συνθετιστές», για τους συντάκτες της «Πλατφόρμας» η οργάνωση τίθεται ως το επιστέγασμα της ιδεολογικής, προγραμματικής και τακτικής συμφωνίας που θα οδηγήσει στην συνεκτικότητα λόγου και δράσης. Ώστε να γίνουμε πραγματικά πολλοί, με συνέχεια, συνέπεια και με κοινό στρατηγικό ορίζοντα. Γι’ αυτό άλλωστε και η Πλατφόρμα δεν αποτελεί στην πραγματικότητα μόνο ένα «οργανωτικό κείμενο» όπως λανθασμένα πολλοί νομίζουν, φτάνοντας στο σημείο να ορίζουν ως «πλατφορμισμό» απλώς και μόνο την «πειθαρχία στην οργάνωση» και τις «σφιχτές συμφωνίες» (ακόμη κι αν αυτές ουδεμία σχέση έχουν με όσα η Πλατφόρμα αναγνωρίζει ως θεμελιακά χαρακτηριστικά του αναρχισμού). Εξάλλου, ο «Οργανωτικός τομέας» – που αποτελεί συνήθως το κέντρο του ενδιαφέροντος γύρω από την «Πλατφόρμα»-, είναι στην πραγματικότητα το ποσοτικά μικρότερο μέρος της σε σχέση με τον «γενικό» και «δημιουργικό» τομέα που προηγούνται και εκθέτουν, έστω και εν είδει προσχεδίου, τις ιδεολογικές και προγραμματικές θέσεις της «Γενικής Ένωσης των Αναρχικών».
Στον «γενικό» και «δημιουργικό» τομέα της Πλατφόρμας, οι συγγραφείς θέτουν τα δομικά συστατικά γνωρίσματα του αναρχισμού τονίζοντας πως δεν μπορούμε να τον αποκόψουμε κατά το δοκούν από τον ταξικό και επαναστατικό του χαρακτήρα. Καταλήγουν, επίσης, στην αναγκαιότητα για την δημιουργία του επαναστατικού προγράμματος που θα αποτελέσει τον οδοδείκτη και την σαφή και συγκεκριμένη αποτύπωση των αναρχικών προτάσεων πάνω σε κομβικά ζητήματα, όπως αυτό της παραγωγής και της διανομής των αγαθών.
Όσον αφορά, την στρατηγική εντός της ταξικής πάλης, τα μέλη της DeloTruda επαναφέρουν στο προσκήνιο της εποχής την έννοια που σήμερα ονομάζουμε οργανωτικό δυισμό, δηλαδή την διάκριση των επιπέδων οργάνωσης μεταξύ της πολιτικής οργάνωσης που βασίζεται σε κοινές ιδεολογικές, πολιτικές και προγραμματικές θέσεις (αναρχική οργάνωση) και την οργάνωση που δομείται πάνω στα κοινά συμφέροντα (ταξική οργάνωση). Και λέμε επαναφέρουν γιατί η αντίληψη που φέρει ο οργανωτικός δυισμός έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία του αναρχισμού, ήδη από την εποχή του Μπακούνιν με την ύπαρξη της Α’ Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων και παράλληλα της περίφημης μπακουνικής «Συμμαχίας», μιας αναρχικής οργάνωσης δομημένης γύρω από ένα κοινό επαναστατικό πρόγραμμα, με ισχυρή επιρροή στους κόλπους της πρώτης.
Η αναγκαιότητα τόσο της αναρχικής οργάνωσης όσο και των συνδικαλιστικών οργανώσεων τοποθετείται σε μια σχέση αμοιβαίας αλληλεπίδρασης και αλλητροφοδότησης. Η αναρχική οργάνωση αγωνίζεται για την «ηγεμονία των ιδεών» εντός των εργατικών μαζών, τον θρίαμβο των οποίων θα φέρουν οι ίδιες με την Κοινωνική Επανάσταση. Μάχεται επιπλέον ενάντια στις εξουσιαστικές ιδεολογίες που θέλουν είτε να αφομοιώσουν το εργατικό κίνημα προς όφελος της αστικής διαχείρισης είτε να το ποδηγετήσουν για την εγκαθίδρυση της δικής τους πολιτικής εξουσίας επί αυτού. Όπως σωστά, επισημαίνουν οι συγγραφείς της Πλατφόρμας: «Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο συνδικαλισμός εάν δεν βρίσκει στην αναρχική θεώρηση την υποστήριξη στην κατάλληλη στιγμή, θα μετατραπεί, είτε μας αρέσει είτε όχι, σε μια ιδεολογία ενός πολιτικού κρατικιστικού κόμματος».
Εξειδικεύουν μάλιστα την θέση τους για τον τρόπο της παρέμβασης των αναρχικών μέσα στον συνδικαλισμό, ανάγοντας τον όχι στην ατομική πρωτοβουλία αλλά ως τακτικό καθήκον της Γενικής Ένωσης Αναρχικών, η οποία θα πρέπει να έχει ένα ενιαίο σχέδιο για την «εισχώρηση» στο συνδικαλιστικό κίνημα. Στην ενότητα της Πλατφόρμας για τον «Αναρχισμό και τον Συνδικαλισμό», χαρακτηρίζουν ως «τεχνητή σχέση» προς το εργατικό κίνημα την είσοδο σ’ αυτό αναρχικών απλώς ως ατόμων και προπαγανδιστών. Και στην συνέχεια προσθέτουν:
«πρέπει να εισέλθουμε στα επαναστατικά συνδικάτα ως οργανωμένη δύναμη, υπεύθυνη για να εκπληρώσει συγκεκριμένα καθήκοντα σε αυτά, πριν τη γενική αναρχική οργάνωση και κατευθυνόμενη από τη δεύτερη. Χωρίς να περιοριζόμαστε αυστηρά στη δημιουργία αναρχικών συνδικάτων, πρέπει να εξασκήσουμε τη θεωρητική μας επιρροή σε όλα τα συνδικάτα και σε όλες τους τις μορφές (την IWW, τα ρωσικά συνδικάτα κ.λπ.). Μπορούμε να το πετύχουμε αυτό με το να εργαστούμε σε αυστηρά οργανωμένες αναρχικές συλλογικότητες, αλλά ποτέ σε μικρές εμπειρικές ομάδες, που δεν έχουν ανάμεσά τους ούτε οργανωτική συνοχή ούτε και θεωρητική συμφωνία».
Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε, ότι μπορεί η «Πλατφόρμα» να εισάγει ορισμένες νέες προτάσεις αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι μόνο ο «οργανωτικός δυισμός» που ακολουθεί ένα κοινό νήμα με τις θέσεις π.χ. του Μπακούνιν. Πιστεύουμε ότι η «Πλατφόρμα» πιο πολύ ήθελε να επικαιροποιήσει γνωρίσματα που καταγωγικά είναι εγγεγραμμένα στον αναρχισμό, εν τούτοις ήδη από εκείνα τα χρόνια είχαν υποστεί αλλοιώσεις εξαιτίας των προσμίξεων ιδίως με φιλελεύθερα και ατομικιστικά θεωρητικά ρεύματα. Η ανάγκη να καταδείξουν ότι η πρόταση τους είναι συμβατή με τον αναρχισμό και όχι οι αντίθετες τάσεις που είχαν αρχίσει να επικρατούν μέσα στο κίνημα, με επικλήσεις μάλιστα την «ελευθεριακότητα», φαίνεται ήδη από την αρχική τους εισαγωγή και την παραπομπή στους Μπακούνιν και Κροπότκιν. Η «Πλατφόρμα» λοιπόν, ακολουθεί την αναρχική παράδοση και αποτελεί κομμάτι της αναρχικής παράδοσης.
Απεναντίας, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε κάτι ανάλογο ούτε για τις απόψεις των συνθετιστών που έβλεπαν έναν αναρχισμό που συνδυάζει «ατομικιστικά και ταξικά στοιχεία» ούτε για αντίστοιχες απόψεις του σήμερα που στον βωμό της «άρνησης των ιδεολογιών» και των «μεγάλων αφηγήσεων» έχουν σχηματίσει έναν ιδεολογικό αχταρμά που συγκεντρώνει αντιθετικά εργαλεία και θεωρήσεις και στην πραγματικότητα προσπαθεί να διαμορφώσει έναν «αναρχισμό χωρίς αναρχικούς». Όλα αυτά, είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να δούμε καθώς έχουν άμεση σχέση με την ολοένα και μικρότερη αναρχική επιρροή στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες, όπως επίσης και με την διαρκή αριθμητική συρρίκνωση των γραμμών μας. Το αν το αναρχικό κίνημα είναι κίνημα ανατροπής ή κίνημα διαμαρτυρίας, το αν ο αναρχισμός έχει ως βάση την ταξική και επαναστατική πάλη ή την «ατομική ελευθερία» και τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό μέσα σε μια ανελεύθερη και ταξική κοινωνία-αρένα, αυτές είναι οι πραγματικές αντιθέσεις και τότε και τώρα μεταξύ των διάφορων αναρχικών τάσεων, όσο κι αν αλλάζουν οι μορφές, τα επίδικα, οι θεωρήσεις και τα παραδείγματα από εποχή σε εποχή.
Ας περάσουμε στο σημείο αυτό, στην πρόταση μας για την αναρχική οργάνωση στο εδώ και το τώρα. Όπως έχουμε ήδη κάνει σαφές και μέσα από τις εκδόσεις μας και μέσα από τις γενικότερες θέσεις που κατά καιρούς προβάλλουμε, αλλά και μέσα από τις προηγούμενες εισηγήσεις μας σε ανάλογες εκδηλώσεις, αυτό το οποίο προτείνουμε είναι η δημιουργία μιας πανελλαδικής αναρχικής οργάνωσης που θα είναι ιδεολογικά και πολιτικά συγκεκριμένη, θα είναι μαχόμενη και θα πορευτεί με ξεκάθαρο επαναστατικό στρατηγικό προσανατολισμό.
Αυτή η οργάνωση θα πρέπει να σχηματιστεί γύρω από μια κοινή αντίληψη της αναρχικής κοσμοθεωρίας και των θεμελιακών πυλώνων της, εκκινώντας από την αναγνώριση του ταξικού και επαναστατικού χαρακτήρα του αναρχισμού, της υλιστικής φιλοσοφίας του και της κατανόησης όχι μόνο του αναγκαίου αλλά και του εφικτού της επανάστασης στην βάση των ιστορικών του προταγμάτων. Εν συνεχεία, γύρω από συμφωνίες ως προς την ανάλυση και ερμηνεία του κόσμου σήμερα και τέλος γύρω από ένα επαναστατικό πρόγραμμα το οποίο θα αποτυπώνει, με σύγχρονους όρους, πώς μπορεί να δομηθεί μια αναρχική κομμουνιστική κοινωνία σήμερα. Το επαναστατικό πρόγραμμα θα είναι η στρατηγική πυξίδα της οργάνωσης, το σημείο συνένωσης όλων των ενδιάμεσων τακτικών της βημάτων στον αγώνα για την κοινωνική και ταξική επανάσταση και απελευθέρωση.
Η θέση μας είναι ότι οι αναρχικές δυνάμεις που συμφωνούμε ως προς τον στόχο της Επανάστασης, που αναγνωρίζουμε τον αναρχισμό ως ένα ταξικό και επαναστατικό κίνημα και όχι ως μια «υποκουλτούρα» ή ένα δικαιωματικό κίνημα διαμαρτυρίας, θα πρέπει να ενωθούμε σε ένα κοινό πολιτικό φορέα. Σε μια οργάνωση δηλαδή που θα παλέψει για την ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος ανατροπής του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος, που θα προτείνει πλατιά μια επαναστατική αντιπρόταση και θα αγωνιστεί προκειμένου αυτή να αποκτήσει κοινωνικά και ταξικά ερείσματα και να γίνει υπόθεση όλων των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων.
Απορρίπτουμε κάθε επίκληση σε «ενότητα» χωρίς συμφωνίες και κοινούς στόχους ως πολιτικά ζημιογόνα, ως επίκληση σε μια ψευδοενότητα οπορτουνιστική χωρίς αρχές, που σε τελικές γραμμές δεν ενισχύει το κίνημα μας αλλά το αποδυναμώνει και το μικραίνει χρόνο με τον χρόνο. Τέτοιες επικλήσεις είναι κυρίαρχες τα τελευταία χρόνια κυρίως ως «ενότητα απέναντι στην καταστολή». Είναι μια επίκληση που θέλει να κλείσει ακόμα περισσότερο το αναρχικό κίνημα μέσα σε ένα μικροσύμπαν, να το απομακρύνει από την ταξική πάλη και την κοινωνία, να το καταστήσει ένα μικρό, αδύναμο και μόνιμα αμυνόμενο κίνημα που απλώς παλεύει για την επιβίωση του. Για εμάς ωστόσο η επιβίωση και η μαζικοποίηση του κινήματος μας, έχει ως προϋπόθεση την εξωστρέφεια και όχι την περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και τις «δημόσιες σχέσεις» μεταξύ ολίγων γνωστών που κινούνται είτε στο οργανωμένο κέντρο είτε στην περιφέρεια του «χώρου». Και την εξωστρέφεια μπορεί να επιτύχει μόνο το «άνοιγμα» στο εργατικό κίνημα, την νεολαία και ολόκληρη την χειμαζόμενη κοινωνία.Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από σταθερά σχήματα και όχι εφήμερες συμπράξεις και δικτυώσεις ή θεματικές ανοιχτές συνελεύσεις μίας χρήσης.
Η αναρχική οργάνωση λοιπόν στον αντίποδα της παραπάνω αντίληψης,είναι η πεμπτουσία της πραγματικής και όχι της καιροσκοπικής ενότητας, μιας ενότητας δυνάμεων που προκύπτει από ενότητα ιδεολογική και στρατηγική και παίρνει σάρκα στην κοινή δράση: στον δρόμο του αγώνα, στην γειτονιά, στον χώρο δουλειάς, στον χώρο σπουδών. Εκεί θα πρέπει να βρίσκεται η αναρχική οργάνωση, εκεί δίνονται τα διαπιστευτήρια εξωστρέφειας και όχι στα στενά όρια αποκομμένων μικροσύμπαντων και τις μεταξύ τους «δημόσιες σχέσεις», όπως σε μεγάλο βαθμό λειτουργεί ο αναρχικός χώρος σήμερα.
Ως προς την δομή της οργάνωσης, η πρόταση μας είναι η εξής: στις μεγάλες πόλεις, πυρήνες περιοχής που θα ενώνονται ομοσπονδιακά σε ένα δεύτερο επίπεδο, προαστιακό και σε ένα τρίτο επίπεδο σε περιφέρειες (π.χ. περιφέρεια Αθήνας / Θεσσαλονίκης). Στις μικρότερες πόλεις ή στα νησιά, πυρήνες πόλης/νησιού που θα σχηματίζουν απευθείας αντίστοιχες περιφέρειες (π.χ. Περιφέρεια Ιωαννίνων). Ταυτόχρονα θα πρέπει να υπάρχει και ένα κεντρικό πανελλαδικό συνενωτικό όργανο (π.χ. ένα πολιτικό συμβούλιο) το οποίο θα σχηματίζεται από εκπροσώπους όλων των περιφερειών και θα συντονίζει τις κεντρικές δομές της οργάνωσης, θα διαμοιράζει πανελλαδικά τις προτάσεις των πυρήνων και των περιφερειών, θα βοηθά στον σχηματισμό νέων πυρήνων και περιφερειών, θα διασφαλίζει την πολιτική και οργανική ενότητα ολόκληρης της οργάνωσης και τέλος θα προετοιμάζει τα καταστατικά και προγραμματικά συνέδρια.
Το μοντέλο αυτό είναι αντι-ιεραρχικό και ομοσπονδιακό, σύμφωνο με την φεντεραλιστική παράδοση του αναρχικού κινήματος και σύμφωνο με το μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης το οποίο προτείνουμε. Η διάρθρωση του, αποκρυσταλλώνεται από τα κάτω προς τα πάνω: από τον πυρήνα στο προάστιο ή τον νομό και από την περιφέρεια στο κεντρικό όργανο. Όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται απ’ τα κάτω: το κεντρικό όργανο είναι όργανο των πυρήνων και όχι «από τα έξω» και «από τα πάνω» όργανο που αποφασίζει για λογαριασμό της οργάνωσης (όπως π.χ. οι κεντρικές επιτροπές στα συγκεντρωτικά μοντέλα). Κάθε μέλος είναι ισότιμο στην λήψη των αποφάσεων μέσα στους πυρήνες, κάθε μέλος είναι υπεύθυνο για το κεντρικό όργανο. Συνακόλουθα όλοι έχουν αυτονομία στην δράση (στη βάση των κοινών θέσεων και στόχων της οργάνωσης) και όλοι αξιολογούνται από όλους (στο πλαίσιο της ισότιμης κοινής οργάνωσης).
Θα μπορούσαν πολλά να αναλυθούν μέσα στον διάλογο που θα ακολουθήσει, όπως επίσης πολλά θα πρέπει να διασαφηνιστούν και να συγκεκριμενοποιηθούν, όταν η πρόταση αυτή περάσει στην φάση της «επίσημης» πρότασης / ανοιχτού καλέσματος. Έχουμε ωστόσο να βαδίσουμε βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι επαναστατικές οργανώσεις γεννιούνται μέσα από τον αγώνα. Το πρώτο βήμα που θα πρέπει να κάνουμε στον δρόμο για την οργάνωση, είναι να δημιουργήσουμε έναν νέο κινηματικό πόλο, ο οποίος θα κινηθεί αγωνιστικά άμεσα, μέσα στον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο που μαίνεται. Συνεργασίες μεταξύ πόλεων, μαζικοποίηση των ήδη υπαρχόντων συλλογικοτήτων/ομάδων που τοποθετούνται θετικά στην προοπτική της οργάνωσης, συντονισμός, επικοινωνία και κοινή δράση όλο και περισσότερων συντρόφων και συντροφισσών είναι το άμεσο διακύβευμα. Το να συμφωνούμε θεωρητικά για την οργάνωση χωρίς να συμπράττουμε σημαίνει εκ προοιμίου την ήττα οποιασδήποτε οργανωτικής βλέψης. Αφ’ ενός γιατί μια τέτοια αντίληψη υποβαθμίζει την οργάνωση σε ένα «θεωρητικό ζήτημα» και δεν μπορεί να οδηγήσει πρακτικά πουθενά. Αφετέρου, παραγνωρίζει τα βήματα που απαιτούνται και τους αρνητικούς συσχετισμούς που πρέπει να ανατρέψουμε για να αποκτήσει ρεαλιστική πνοή η πρόταση αυτή.
Όπως αναφέρουν και οι σύντροφοι της Αναρχικής Ομοσπονδίας της Ουρουγουάης στο κλασσικό κείμενο του αναρχικού εσπεσιφιστικού ρεύματος «Huerta Grande» και προσυπογράφουμε «προτεραιότητα είναι η πράξη, αλλά το πόσο αποτελεσματική είναι η πράξη, εξαρτάται από μια πιο αυστηρή γνώση της πραγματικότητας».
Κοινός αγώνας λοιπόν, κοινή δράση, κοινό σχέδιο και όλα είναι στο χέρι μας να τα επιτύχουμε.
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ – ΚΑΜΑΤΕΡΟΥ




